Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ας μην κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλό μας! Κι ας αφήσουμε τις «αριστερές» αγκυλώσεις και να δούμε την αλήθεια: δεν υπάρχει ούτε ΕΝΑΣ μη-δημόσιος υπάλληλος (ή μη-στενός συγγενείς δημόσιου υπαλλήλου) , που να συμπαθεί αληθινά τους δημόσιους υπαλλήλους. Κι όσοι λένε το αντίθετο, το κάνουν μάλλον για λόγους ιδεολογίας. Είναι αυτή η γενικευμένη αντιπάθεια προς μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα «κοινωνικός αυτοματισμός»? Είναι άδικη αυτή η στάση? Και ναι και όχι. Από τη μια μεριά, υπάρχουν μια σειρά από αδιαμφισβήτητες αλήθειες, που γεννούν και συντηρούν αυτή τη στάση:

1. Η συντριπτική πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων έχει διοριστεί με πολιτικό ρουσφέτι. Απαράδεκτη κοινωνική και πολιτική στάση, αφού θυσιάζει το δημοκρατικό δικαίωμα της ψήφου και της πολιτικής συμμετοχής σε προσωπικά μικροσυμφέροντα.

2. Τη στιγμή που οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα ήταν πάντα κάτι παραπάνω από χαρτζιλίκι, οι υπάλληλοι του δημόσιου τομέα απολάμβαναν μια σειρά προκλητικών προνομίων. Ποιος λογικός άνθρωπος μπορεί να υποστηρίζει ως δίκαιο το «επίδομα έγκαιρης προσέλευσης»?

3. Σε γενικές γραμμές ο δημόσιος τομέας είναι αναποτελεσματικός και οι δημόσιοι υπάλληλοι δείχνουν ότι δεν δουλεύουν, ότι τεμπελιάζουν και αδιαφορούν για τα καθήκοντά τους. Πολλοί -πάρα πολλοί- όντως δεν δουλεύουν, όντως τεμπελιάζουν και αδιαφορούν για τα καθήκοντά τους. Μάλιστα, κατά κανόνα, όσο πιο τεμπέληδες είναι, τόσο περισσότερο φέρονται με αγένεια στο κοινό.

4. Σε κρίσιμους τομείς (εφορία, πολεοδομία, υπουργείο συγκοινωνιών) υπάρχει μεγάλο ποσοστό διαφθοράς.

Από την άλλη μεριά, κάθε γενίκευση είναι άδικη. Προφανώς ΔΕΝ είναι ΟΛΟΙ οι δημόσιοι υπάλληλοι τεμπέληδες, διεφθαρμένοι κλπ, ούτε έχουν διοριστεί όλοι με ρουσφέτι. Άσε που τα περισσότερα προνόμιά τους έχουν ήδη κοπεί από την τρίχρονη σχεδόν πολιτική λιτότητας που έχει γονατίσει τη χώρα. Εξάλλου, ακόμη κι αν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι ήταν φιλότιμοι και παραγωγικοί, ο δημόσιος τομέας πάλι θα ήταν αντιπαραγωγικός, απλά γιατί έχει σχεδιαστεί για να είναι έτσι. Οι μέχρι τώρα κυβερνήσεις δεν αντιμετωπίζουν εμάς ως πολίτες αλλά ως υπηκόους  και τις δημόσιες υπηρεσίες, όχι ως υπηρεσίες εξυπηρέτησης των πολιτών αλλά ως κέντρα ελέγχου της ζωής μας και φορείς άσκησης της κρατικής εξουσίας. Κανείς λοιπόν -αλλά κανείς- δεν αμφισβητεί ότι ο δημόσιος τομέας χρίζει γενναίας αναμόρφωσης και ότι μια μερίδα διεφθαρμένων κρατικών λειτουργών πρέπει να δει, όχι μόνο την πόρτα της εξόδου από την υπηρεσία, αλλά πιθανά και την πόρτα εισόδου της φυλακής. Από αυτό το σημείο όμως, μέχρι του να υποστηρίζουν πολλοί -πάρα πολλοί, θα έλεγα η πλειοψηφία- συμπολίτες μας, τις γενικευμένες απολύσεις ή και την ιδιωτικοποίηση των πάντων, η απόσταση είναι τεράστια. Και δεν είναι η κακή -κάκιστη- κατάσταση του δημοσίου που δημιουργεί αυτή την άποψη, αλλά το γενικό δόγμα -προωθούμενο ως «γενική αλήθεια» από τις κυβερνήσεις και τα καθεστωτικά ΜΜΕ- ότι το κόστος μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων είναι μια μη ανταποδοτική «καθαρή δαπάνη» για το κράτος, που βαρύνει τους φορολογούμενους. Το ότι δλδ, όπως λέμε στην καθημερινότητά μας, «εμείς τους πληρώνουμε για να κάθονται και να τεμπελιάζουν».  Πόσο ρεαλιστική βάση όμως έχει αυτή η άποψη?

Για να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει πρέπει να κατανοήσουμε τον κύκλο του χρήματος. Τι ακριβώς δλδ συμβαίνει όταν το κράτος κάνει μια δαπάνη, μια οποιαδήποτε πληρωμή είτε προς κάποιον δημόσιο υπάλληλο, είτε προς συνταξιούχο, είτε προς άνεργο που επιδοτείται. Ποια διαδρομή ακολουθούν αυτά τα χρήματα και που καταλήγουν.

Ας υποθέσουμε λοιπόν έναν δημόσιο υπάλληλο που λαμβάνει στο τέλος του μήνα το μισθό του, έστω ότι αυτός είναι 1500 ευρώ. Ένα μέρος από αυτά, ας πούμε τα 600 ευρώ, θα ξοδευτεί σε είδη πρώτης ανάγκης -τρόφιμα και αναλώσιμα όπως είδη υγιεινής, καθαριότητας σπιτιού, καύσιμα και γενικά έξοδα κίνησης κλπ. Ένα άλλο μέρος του μισθού του -έστω 550 ευρώ- θα πάει επίσης σε άλλου είδους κατανάλωση: έξοδοι για καφέ – ποτό -σινεμά, ρουχισμός, δόσεις για κάποιο διαρκές καταναλωτικό αγαθό (πχ έπιπλα, ηλεκτρονικά είδη κλπ), λογαριασμούς ΔΕΗ/ΟΤΕ/νερού. Για το κομμάτι του εισοδήματός του που πάει σε καταναλωτικά αγαθά (1.150 ευρώ από τα 1.500 ευρώ στο παράδειγμα) ένα μέρος αυτού ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΣΤΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ με τη μορφή του ΦΠΑ.  Έστω ότι το υπόλοιπο κομμάτι του μισθού του -350 ευρώ- πάει για αποταμίευση, δλδ σε κάποια τράπεζα.

Έτσι ο δημόσιος υπάλληλος «ξεμπέρδεψε» με το μηνιάτικό του, έχοντας αγοράσει αγαθά αξίας 1.150 ευρώ και αποταμιεύσει άλλα 350 ευρώ. Τι γίνονται όμως μετά αυτά τα χρήματα? Εξαφανίζονται? Μπαίνουν σε κάποιο χρηματοκιβώτιο -τα χρήματα της αποταμίευσης- και περιμένουν πότε θα τα ζητήσει? Είδαμε ότι ένα κομμάτι αυτών των χρημάτων -αυτό που ξοδεύτηκε για κατανάλωση- επιστρέφει ΑΜΕΣΑ στα κρατικά ταμεία με τη μορφή ΕΜΜΕΣΩΝ φόρων. Το υπόλοιπο συνεχίζει ακέραιο το ταξίδι του στην αγορά. Οι επιχειρηματίες από τους οποίους ο δημόσιος υπάλληλος αγόρασε τα καταναλωτικά αγαθά, με τη σειρά τους θα χρησιμοποιήσουν αυτά τα χρήματα για να πληρώσουν εργάτες και υπαλλήλους, προμηθευτές, φόρους, λογαριασμούς, αλλά και για προσωπική κατανάλωση ή αποταμίευση. Οι εργάτες, υπάλληλοι και προμηθευτές αυτών θα χρησιμοποιήσουν τα χρήματα που εισπράττουν -μέρος των οποίων προέρχεται από το μισθό του δημόσιου υπάλληλου του παραδείγματος- για να κάνουν αγορές, να πληρώσουν φόρους και λογαριασμούς και άλλες υποχρεώσεις. Σε κάθε επαναλαμβανόμενη συναλλαγή το κράτος εισπράττει είτε έμμεσους είτε άμεσους φόρους. Μέχρι πότε θα συνεχιστεί το ταξίδι του μισθού του δημόσιου υπαλλήλου του παραδείγματός μας? Μα φυσικά μέχρι να ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ ΕΞ’ ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ στα κρατικά ταμεία ή να καταλήξει σε στις τράπεζες ως αποταμίευση! Το γιατί, είναι προφανές: όσο το χρήμα παραμένει στην πραγματική οικονομία, κινείται, δημιουργεί συναλλαγές. Όσο δημιουργεί συναλλαγές έστω και αξίας 0,01 ευρώ, το κράτος εισπράττει φόρους. Σταματά να φορολογεί μόνο όταν πια ΟΛΟΚΛΗΡΟ το ποσό του αρχικού μισθού έχει επιστρέψει στο κράτος ή έχει καταλήξει στις τράπεζες.

Ας δούμε όμως τι γίνεται με το μέρος εκείνο του μισθού του δημόσιου υπάλληλου που καταλήγει στις τράπεζες ως αποταμίευση. Οι τράπεζες ως γνωστόν, δεν είναι χρηματοκιβώτια, χρησιμοποιούν το χρήμα από τις καταθέσεις για να δανείζουν ιδιώτες ή ακόμη και το κράτος και να βγάζουν κέρδος. Μάλιστα, με τη μορφή του εικονικού και του ηλεκτρονικού χρήματος (κάρτες), μπορούν να δανείζουν μέχρι και δέκα φορές περισσότερο χρήμα από αυτό που πράγματι έχουν στα ταμεία τους! Δλδ, από τα 350 ευρώ που αποταμίευσε ο δημόσιος υπάλληλος, η τράπεζα θα δανείσει σε ιδιώτες 3.500 ευρώ! Δάνεια που θα «πέσουν» στην αγορά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα παράξουν νέες αξίες και φυσικά, το κράτος θα εισπράξει φόρους!!!

Βλέπουμε λοιπόν ότι:

α. Ο μισθός του δημόσιου υπάλληλου όταν ξοδευτεί στην αγορά, παράγει τελικά για το κράτος πολλαπλάσια έσοδα ως φόρους! Δεν είναι λοιπόν ΔΑΠΑΝΗ για το κράτος αλλά ΕΠΕΝΔΥΣΗ που θα αποδώσει σημαντικότατα ΕΣΟΔΑ!!!

β. Ο μισθός του δημόσιου υπάλληλου παράγει πολλαπλάσιες αξίες στην πραγματική οικονομία, δλδ παράγει ΕΣΟΔΑ για μια σειρά από ιδιώτες, επιχειρηματίες ή εργαζόμενους!

Συμπέρασμα? Η μισθοδοσία των δημόσιων υπαλλήλων όχι μόνο δεν αποτελεί επιβάρυνση για τα δημόσια οικονομικά αλλά σημαντικότατο στήριγμα! Αυτό ισχύει για ΟΛΕΣ τις δημόσιες δαπάνες που κατευθύνονται προς την εσωτερική οικονομία και είναι γνωστές στη μακροοικονομική επιστήμη ως «μεταβιβαστικές πληρωμές».

Επίσης, αυτό ισχύει για τους μισθούς και τα έσοδα ΟΛΩΝ των ιδιωτών: σε φυσιολογικές συνθήκες, τα έσοδα ολονών μας, πρέπει τελικά να καταλήγουν στο δημόσιο ταμείο με τη μορφή άμεσων ή έμμεσων φόρων!

Από που λοιπόν προκύπτει το δημόσιο χρέος? Γιατί δεν πάνε όλα καλά και έχουμε πρόβλημα?

Τα προβλήματα δημιουργούνται όταν -κατά τον κύκλο του χρήματος που περιγράψαμε- το μέρος των χρημάτων που διαφεύγουν στο εξωτερικό είναι μεγαλύτερο από αυτό που παραμένει στη χώρα. Πως όμως «φεύγουν» τα χρήματα από τη χώρα? Οι αιτίες είναι κατά κύριο λόγο οι παρακάτω:

α. Ταξίδια ή σπουδές ιδιωτών στο εξωτερικό.

β. Αγορά προϊόντων που δεν παράγονται στη χώρα.

γ. Καταθέσεις ιδιωτών σε τράπεζες του εξωτερικού

δ. Αγορές από το κράτος εξοπλισμού από εταιρείες του εξωτερικού.

ε. Διάφοροι παράνομοι τρόποι (μαύρο χρήμα) που σχετίζονται με παράνομα κυκλώματα ιδιωτών ή κρατικής διαπλοκής.

Μπορείτε να φανταστείτε ποιος από τους παραπάνω παράγοντες είναι ο πιο βασικός? Προφανώς … όχι ο τουρισμός!

Το πρόβλημα λοιπόν στην οικονομία μας δεν δημιουργείται από τους μισθούς των δημόσιων υπαλλήλων -έστω κι αν ο δημόσιος τομέας είναι αντιπαραγωγικός. Δημιουργείται από τα αρχιλαμόγια -επιχειρηματίες και πολιτικούς- που βγάζουν μαύρο χρήμα και το φυγαδεύουν σε τράπεζες της Ελβετίας. Δημιουργείται από την παραγωγική αποσάθρωση της χώρας (παράγουμε πολύ λιγότερα από όσα έχουμε ανάγκη να καταναλώσουμε και γι αυτό δεν φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι αλλά οι ακολουθούμενες πολιτικές από τις μέχρι τώρα κυβερνήσεις, που κατέστρεψαν τον παραγωγικό ιστό της χώρας). Δημιουργείται από τη διαπλοκή κρατικών παραγόντων με μεγάλες πολυεθνικές (δες Siemens), που φορτώνει τον κρατικό προϋπολογισμό με εξωφρενικά ποσά για πανάκριβους εξοπλισμούς που θα μπορούσαν να αγοραστούν σε πολύ καλύτερη τιμή και φυσικά μίζες. Δημιουργείται τέλος από τα υπερκέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, υπερκέρδη που δεν επιστρέφουν στην εσωτερική οικονομία, αλλά κατά κανόνα καταλήγουν σε τράπεζες του εξωτερικού.

Συνέχισε αν θες να μισείς τους δημόσιους υπαλλήλους και να χαίρεσαι για το ότι απολύονται. Ελπίζω όμως να κατάλαβες ότι αυτό είναι εις βάρος σου. Κι ότι ποτέ δεν «πλήρωσες» το μισθό των «τεμπέληδων» του δημοσίου. Άλλους πλήρωνες και συνεχίζεις να πληρώνεις…

ΓΕΙΑ ΧΑΡΑ

Γεια χαρά

Στη μεγάλη θάλασσα του παραμυθιού μου

έβλεπα τα καράβια όταν ήμουν παιδί

ν’ανοίγουν πανιά γι άγραφες χώρες

που σε κανένα χάρτη δε θα βρεις.

Μ’ ονόματα ανήκουστα, όλα παρμένα

απ’ το βιβλίο ενός γέρο-ναυτικού

που ταξίδεψε παντού μ’ ένα δελφίνι

μα ξέχασε το δρόμο του γυρισμού.

«Και πού να γυρίσω ρε κοπέλι?»

μου είπε ο καπετάνιος μια φορά

«κάθε νησί για μένα πατρίδα

κι είναι σπίτι μου η ελπίδα».

Έπειτα έφυγε, δεν τον ξανάδα

μου ‘παν πως ανέβηκε στα βουνά.

Τον έλεγαν Άρη? Ή μήπως Ερνέστο?

Θα σας γελάσω. Δεν θυμάμαι πια…

Στη μεγάλη θάλασσα του παραμυθιού μου

τώρα δε φεύγουν καράβια, δεν ανοίγουν πανιά

μεθυσμένοι ναύτες, κουρέλια ναυάγια

λένε την ίδια ιστορία ξανά και ξανά

για κάποιον «Ερνέστο», για κάποιον «Άρη»,

που είχαν καπετάνιο στα βουνά

κι όταν τον πρόδωσαν και γύρισαν σπίτι,

αυτός τους είπε μόνο «γεια χαρά»

κι έφυγε μόνος Του, για θάλασσες άλλες,

χωρίς πυξίδα, άγκυρα και πανιά,

των ονείρων Του ακολουθώντας το φάρο.

Ποιο λιμάνι να κρατήσει τέτοιον καπετάνιο?

(ακούστε ολόκληρο το τραγούδι εδώ )

 

Ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω την απογοήτευση και την οργή των αριστερών φίλων μου για το εκλογικό αποτέλεσμα. Μπορώ να καταλάβω το «δεν πάει άλλο» που νιώθουμε όλοι, μπορώ να καταλάβω την προσδοκία και τη βιασύνη για ένα καλύτερο αύριο, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω το να μην επικοινωνείς με την πραγματικότητα: το αποτέλεσμα της κάλπης, στη δεδομένη στιγμή, είναι το καλύτερο δυνατό για την αριστερά και το κίνημα.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδιζε την πρώτη θέση, το πρώτο πρόβλημα που θα είχε να αντιμετωπίσει θα ήταν το με ποιους θα κάνει κυβέρνηση. Αναγκαστικά, για να μην πάρει την ευθύνη μιας νέας καταφυγής στις κάλπες, θα ήταν αναγκασμένος να στηριχτεί ή ίσως και να συγκυβερνήσει, με τη ΔΗΜΑΡ και τους «ανεξάρτητους έλληνες». Μια τέτοια κυβέρνηση προφανώς δεν θα είχε αξιοπιστία και σταθερότητα, αφού, οι διαφορές με το κόμμα του κ.Καμμένου είναι τεράστιες, έτσι που να μην μπορεί να μακροημερεύσει μια τέτοια συνεργασία. Ούτε κι ο Κουβέλης βέβαια είναι αξιόπιστος σύμμαχος για να στηριχτείς επάνω του, είναι δεδομένο ότι με την πρώτη ευκαιρία θα σε πουλήσει. Μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ -για να είναι αποτελεσματική και σταθερή- θα έπρεπε να στηρίζεται σε ένα μεγάλο ποσοστό λαϊκής αποδοχής και σε ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Δηλαδή, για να κάνει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, θα έπρεπε να έχει ένα ποσοστό τουλάχιστον 35% και κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, για να απευθυνθεί στα άλλα κόμματα ζητώντας ψήφο εμπιστοσύνης ή ανοχής με βάση τις προγραμματικές του δηλώσεις. Όχι να χρειάζεται τη «δεδηλωμένη» για να προχωρήσει σε προγραμματικές δηλώσεις στη βουλή.

Φυσικά, το να πάει το κόμμα που μέχρι χθες ήταν στο 4%, από το 16,9% του Μάη σε 35% τον Ιούνη, είναι όχι απλά δύσκολο αλλά πραγματικός άθλος. Ακόμα κι η Νέα Δημοκρατία, κόμμα που στο παρελθόν είχε ποσοστά μόνιμα πάνω από 35% κατά μέσο όρο, που έχει μηχανισμούς εξουσίας να τη στηρίζουν εντός κι εκτός Ελλάδας, που είχε με το μέρος της το σύνολο των ΜΜΕ, δεν κατάφερε να πάει από το 19% ούτε καν στο 30%, παρά τη βρώμικη προπαγάνδα και τους εκβιαστικούς – εκφοβιστικούς μηχανισμούς που χρησιμοποίησε (απειλές σε εταιρίες για απολύσεις κλπ).

Μια κυβέρνηση της αριστεράς θα είχε να αντιμετωπίσει όχι μόνο το διαλυμένο κράτος και την απελπισμένη κοινωνία, αλλά και την ντόπια και διεθνή αντίδραση, που λυσσασμένη και αδίστακτη, θα ενωνόταν -ήδη ενώθηκε- απέναντί της, σε μια ιερή συμμαχία ψέματος και αίματος. Πριν ακόμα διορισθεί η νέα κυβέρνηση θα είχε να αντιμετωπίσει οικονομικό σαμποτάζ από τους μεγαλοεπιχειρηματίες και τους τραπεζίτες, απειλές και διπλωματικές πιέσεις από τις αντιδραστικές δυνάμεις της ΕΕ, εξτρεμιστική βία από τις φάλαγγες της «χρυσής αυγής», συγχρονισμένη εκστρατεία λάσπης από τα ΜΜΕ, και ποιος ξέρει τι άλλο, ούτε να φανταστώ δεν μπορώ. Σε όλα αυτά τι θα είχε να αντιτάξει? Μόνο τη στήριξη του λαού και την οργανωμένη αντίσταση στη βάση.

Όμως:

α) Οι συσχετισμοί δεν μεταβλήθηκαν σε τέτοιο βαθμό υπέρ της αριστεράς ώστε να μπορεί να στηριχτεί στη λαϊκή υποστήριξη. Ένα 30% που σε ψηφίζει απολύτως κριτικά, δεν είναι αρκετό για να αντιμετωπίσεις μια τόσο ακραία κατάσταση.

β) Η οργάνωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι αναντίστοιχη της εκλογικής του επιρροής. Είναι μια οργάνωση ενός κόμματος του 4% – και μάλιστα προσανατολισμένου στην εσωστρέφεια – και όχι οργάνωση ενός κυβερνητικού σχηματισμού που θα αναλάβει την ευθύνη του ριζικού (για να μην πω επαναστατικού) μετασχηματισμού της χώρας, δεν είναι η οργάνωση που θα γίνει το οχύρωμα του λαού απέναντι στην επίθεση της αντίδρασης και τελικά το μετερίζι για την τελική έφοδο προς τη λαϊκή εξουσία.

γ) Προγραμματικά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι έτοιμος να κυβερνήσει, έστω κι αν το πρόγραμμά του βρίσκεται μίλια μπροστά από τα προγράμματα όλων των άλλων κομμάτων. Είναι άτολμο και δεν δίνει αποφασιστική απάντηση στα κοινωνικά προβλήματα. Προσπαθεί να αντιμετωπίσει αναίμακτα την κατάσταση, όταν αυτή αντιμετωπίζεται μόνο με το μαχαίρι στο κόκκαλο. Δεν γίνεται σε έναν ασθενή με καρκίνο στους πνεύμονες να κάνεις θεραπεία με αντιβιοτικά και ασπιρίνες. Εγχείρηση θα κάνεις. Για παράδειγμα, σήμερα η ανεργία είναι στο 23%. Για να πέσει κατά 1 ποσοστιαία μονάδα η ανεργία, χρειάζεται ανάπτυξη περίπου 3% – δλδ για να φτάσει η ανεργία στο 10% (που πάλι πολύ είναι) σε τέσσερα χρόνια, χρειάζεται ανάπτυξη περίπου 10% το χρόνο!!! Έτσι είναι! Πως θα το πετύχεις αυτό χωρίς γενναίες δημόσιες επενδύσεις, χωρίς μεγάλο πρόγραμμα εθνικοποιήσεων, χωρίς δήμευση περιουσιών όσων τόσα χρόνια αφαίμαξαν το λαό, χωρίς απαγόρευση εξόδου κεφαλαίων, χωρίς να δίνονται αυτόματα στους εργαζόμενους οι επιχειρήσεις που «χρεοκοπούν», χωρίς απαγόρευση απολύσεων? Στο αμέσως επόμενο διάστημα ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να ριζοσπαστικοποιήσει το πρόγραμμά του.

 

Με λίγα λόγια αυτό που θέλω να πω, είναι ότι αντικειμενικά, μια κυβέρνηση της αριστεράς σήμερα απλά θα μέτραγε μέρες για την κατάρρευσή της. Μέρες απαξίωσης των ιδεών της και ενδυνάμωσης της αντίδρασης. Τώρα θα συμβαίνει το αντίθετο, ο χρόνος είναι με το μέρος της αριστεράς και του λαού. Κάθε μέρα που μετράει θα φθείρει δυσανάλογα την κυβέρνηση του Σαμαρά και θα δυναμώνει την αριστερά. Μια αριστερά που θα ωριμάζει ταχύτατα, καθώς οφείλει στην ιστορία, στον εαυτό της, στο λαό. Σε λίγους μήνες -με τη συνέχιση της πολιτικής των μνημονίων- η κυβέρνηση Σαμαρά θα καταρρεύσει με πάταγο, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι έτοιμος προγραμματικά και οργανωτικά και με τους συσχετισμούς στη βάση ξεκάθαρα υπέρ του.

Βέβαια, θα πει κάποιος ότι κάθε μέρα που περνάει με την κυβέρνηση τις δυνάμεις της σήψης στην κυβέρνηση είναι τραγωδία. Συμφωνώ, βιώνω κι εγώ αυτή την τραγωδία. Όμως, θα ήταν απείρως μεγαλύτερη τραγωδία μια αποτυχία της αριστεράς αυτή τη στιγμή, μια αποτυχία που ήταν προδιαγεγραμμένη για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω.

Στα θετικά του εκλογικού αποτελέσματος:

α) Η γεωγραφία της ψήφου: τα αστικά κέντρα κι ολάκερη η Κρήτη αποφασιστικά με την αριστερά!

β) Η δημογραφική τμηματοποίηση: η αντίδραση στηρίζεται στα ραμολυμέντα και τους αγράμματους. Οι νέες ηλικίες και οι ανώτερη και μέση μόρφωση, αποφασιστικά με την αριστερά.

γ) Η αποφασιστικότητα: η κρισιμότητα της εκλογικής μάχης και οι γκεμπελικές μέθοδοι της αντίδρασης, η νοθεία με εκβιασμούς και απειλές, δεν άφησαν περιθώρια για «χαλαρή» ψήφο. Αυτό το 27% που ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ είναι αποφασισμένο για αλλαγή, θα είναι με την αριστερά ως το τέλος.

δ) Η εκλογική συντριβή του ΚΚΕ που είναι δυνατόν να πυροδοτήσει διεργασίες αλλαγής και ανάκαμψης στο κόμμα. Κι αν αυτό συμβεί, αν επιτέλους το ΚΚΕ πάρει τη θέση του στο μεγάλο λαϊκό ποτάμι της αλλαγής, τότε θα μιλάμε για άλλη δυναμική.

 

Συντρόφισσες και σύντροφοι νικήσαμε! Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν αναμφίβολα νικηφόρο κι ας έδωσε την πρωτιά στη νέα δημοκρατία. Χάρισμά τους, τα ξαναλέμε σε λίγους μήνες.

Οι πούροι επαναστάτες, οι «κινηματικοί», συνηθίζουν να λένε σε κινηματικές διεργασίες όταν υπάρχει προβληματισμός «όποιος κουράστηκε να πάει σπίτι του» (κι έχουν στείλει πολύ κόσμο σπίτι του!), μου το είπαν εμένα προσωπικά πολλές φορές πέρσι στην πλατεία. Εγώ βέβαια δεν θα το πω ούτε γι αστείο. Όχι μόνο γιατί δεν είμαι κριτής κανενός, αλλά και γιατί κανείς δεν έχει δικαίωμα να πάει σπίτι του τώρα. Όποιος κουράστηκε, ας πιει έναν εσπρέσο στο πόδι και να ξανάρθει. Γρήγορα!

 

Δεν θα ασχοληθώ καθόλου για να αποδείξω το αυταπόδεικτο, ότι ο σε-μια-μέρα-διάσημος Αμυράς, όχι μόνο δεν υπήρξε ποτέ στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ αλλά ούτε και έχει ουδεμία σχέση με το κόμμα. Αυτό -αν το κρίνει σκόπιμο- ας κάτσει να το αποδείξει ο ΣΥΡΙΖΑ. Εξάλλου, δεν είναι καθόλου περίεργο που η ΝΔ χρησιμοποιεί τα ψέματα και τη λασπολογία σαν το κύριο συστατικό και το βασικό κορμό της προπαγάνδας της. Τι περίμενες να χρησιμοποιήσει δηλαδή, πολιτικά επιχειρήματα? Και που να τα βρει?

Αυτό που δεν μπορώ να συνηθίσω, είναι η πλήρης αναστροφή της πραγματικότητας, η δημιουργία ενός εικονικού σύμπαντος, στο οποίο -οι εκπρόσωποι των δυο πρώην κομμάτων εξουσίας και τα ΜΜΕ- μάλλον πιστεύουν ότι ζούμε όλοι μας. Για να δούμε λοιπόν το μέγεθος της βλακείας, της σήψης και της απόλυτης παρακμής τους, ας πούμε -ΑΣ ΠΟΥΜΕ λέω, δηλαδή, δεν είναι αλήθεια αυτό, για να κάνουμε κουβέντα το δεχόμαστε- ότι ο Αμυράς είναι στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ. Ας πούμε ότι είναι.

Θλιβερό θα ήταν αυτό! Στέλεχος ενός κόμματος που διεκδικεί την εξουσία να παραληρεί και να καλεί τους πολίτες να πάρουν ό,τι όπλο βρουν και να επιτίθενται «στον κατακτητή»! Ακούγεται σχιζοφρενικό, εγώ θα το χαρακτήριζα απλά γραφικό. Θα θυμίσω δε, ότι κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των πλατειών, δεν ήταν λίγοι που υποστήριζαν κάτι τέτοιο. Γραφικοί, αλλά πολλοί. Και γίνονταν γραφικοί, όχι γιατί οι άνθρωποι είναι τρελοί, αλλά γιατί η αγανάκτηση και ο θυμός τους έκανε να μην σκέφτονται λογικά. Θα θυμίσω ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν πολλοί -μέχρι χθες νοικοκυραίοι- που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο.

«Ώπα ρε μάγκα!» θα μου πείτε «Εδώ δεν μιλάμε για «πολλούς» αλλά για το στέλεχος ενός κόμματος που αύριο θα είναι κυβέρνηση». Σωστό. (Βέβαια -ας μην το ξεχνάμε- ο Αμυράς δεν είναι καθόλου στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, υπόθεση εργασίας κάνουμε). Σωστό, ένα στέλεχος μεγάλου κόμματος οφείλει σοβαρότητα, υπευθυνότητα και να μετράει τα λόγια του. Έτσι δεν κάνουν όλα τα στελέχη της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ? Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα ελάττωμα: δεν είναι αρχηγικό κόμμα. Δεν μπορεί κανείς να διαγράψει κανέναν. Έτσι, πολύ συχνά αναγκάζεται να πληρώσει το τίμημα της δημοκρατίας, διάφορα στελέχη του να κάνουν δηλώσεις που εκθέτουν το κόμμα και να μην μπορεί κανείς να τους μαζέψει. Αλλά, αυτό δεν μεταφέρεται και στη σφαίρα της πολιτικής. Γιατί πολιτική στον ΣΥΡΙΖΑ χαράζουν τα συλλογικά-δημοκρατικά του όργανα, κι εκεί κανένας γραφικός ή ακραίος δεν μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις. Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτή που εκφράζουν τα συλλογικά του όργανα και όχι οι προσωπικές απόψεις που κατά καιρούς εκφράζουν τα διάφορα στελέχη του.

Ωστόσο, το γεγονός παραμένει θλιβερό: ένα ανώτερο στέλεχος (του  έδωσα και προαγωγή!) του κόμματος που στις 18 Ιούνη θα κυβερνά, να παραληρεί δημόσια. Αίσχος! Πολύ περισσότερο που το παραλήρημά του είναι ένα κάλεσμα σε βία! Βία, κάτι που έχει καταδικαστεί απερίφραστα από τα κόμματα του πρώην κυβερνητικού συνεταιρισμού! Η βία είναι καταδικαστέα από όπου κι αν προέρχεται! Από «όπου»?

Ο Αμυράς καλούσε ξεκάθαρα σε βία. Θλιβερό και κατακριτέο. Ο Αμυράς ΚΑ-ΛΟΥ-ΣΕ τους πολίτες να πάρουν μαχαίρια και τσεκούρια! Μήπως ξέρει κανείς κάποιον Μάκη Βορίδη, ακτιβιστή της δεξιάς, που τη δεκαετία του 80 έκανε ντου σε διαδηλώσεις αριστερών, αμφιθέατρα συνελεύσεων κλπ με τσεκούρια και μαχαίρια? Μήπως αυτός ήταν ΥΠΟΥΡΓΟΣ μέχρι τις 6 Μάη, διορισμένος από τη «νέα δημοκρατία»? Και μήπως είναι άλλο να καλείς κι άλλο να το κάνεις? Μήπως στη «νέα δημοκρατία» τους θυμίζει τίποτα το όνομα «Καλαμπόκας»?

«Έλα ρε μεγάλε, περσινά ξινά σταφύλια, άστα…»! Νταξ. Δεν επιμένω. Ο παλιομαλάκας, ο αισχρός, ο τρελαμένος ο Αμυράς, ΚΑ-ΛΟΥ-ΣΕ τον κόσμο να οπλιστεί και να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις καταστολής. Απαράδεκτο! Να αντιμετωπίζουμε οπλισμένοι αυτές τις τόσο ευγενικές ομάδες, που βοηθούσαν τους διαδηλωτές -στις 15 & 16 Ιούνη 2011, στις 28 & 29 Ιούνη 2011, στις 19 & 20 Οκτώβρη του 2011 και σίγουρα κάτι ξεχνάω- και τους μοίραζαν μπουκαλάκια με νερό, φυστίκια και μαλλί της γριάς!

Άντε γαμηθείτε επιτέλους αρχιμαλάκες -γιατί μόνο αυτή τη γλώσσα καταλαβαίνετε!  Όταν τα ΜΑΤ σακάτευαν τον κόσμο, η Ντόρα Μητσοτάκη – Κούβελου, αυτή που έχετε επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας, τους έδινε συγχαρητήρια από το βήμα της βουλής! Κι ο Σαμαράς ψήφιζε -μαζί με όλη τη συμμορία σας- το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση! Κι έξω έτρεχε αίμα! Αλήτες! Και σας έπιασε ο πόνος που ένας παρολίγο υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ, ΚΑ-ΛΟΥ-ΣΕ τον κόσμο να πάρει τα όπλα? Ε, άντε ματαξαναγαμηθείτε γιατί μόνο αυτή τη γλώσσα καταλαβαίνετε!

Με τι δικές σας πολιτικές -τις ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ ρε ξεφτίλες- σπρώξατε 2000 ανθρώπους σε αυτοκτονία και εκατομμύρια άλλους στην απόγνωση και την τέλεια φτώχεια. Φτάσατε στο σημείο να αρνείστε σε άρρωστους περίθαλψη, να πεινάνε παιδιά, να κλωτσάτε στο δρόμο άστεγους, να έχουμε ουρές στα συσσίτια, η εγκληματικότητα να έχει γίνει εφιάλτης, η ανεργία να είναι σε επίπεδα που χρειάζεται μια δεκαετία να επιστρέψει σε διαχειρίσιμα μεγέθη, να έχουμε νέο κύμα μετανάστευσης από τη νεολαία, να μην υπάρχει ελπίδα και μέλλον ρε ξεφτίλες! Με τη ΔΙΚΗ ΣΑΣ πολιτική γίνανε αυτά παλιομπινέδες κι έχετε ακόμα το θράσος και μιλάτε για βία? «Ο Αμυράς ΚΑ-ΛΟΥ-ΣΕ τον κόσμο σε αντάρτικο πόλεων»! Τι μας λέτε ρε! Α ρε φουκαράδες! Αν ήσασταν σε θέση να καταλάβετε ότι ΚΑΝΕΝΑΣ Αμυράς δεν χρειάζεται να καλέσει τον κόσμο σε «αντάρτικο πόλεων», ότι εκεί μας σπρώχνεται εσείς και οι πολιτικές σας παλιοξεφτιλισμένοι, θα παρακαλούσατε να κερδίσει τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ! Μήπως κι έτσι γλυτώσετε το σάπιο τομάρι σας, γιατί αν πάρουμε ΕΜΕΙΣ την κατάσταση στα χέρια μας -που θα γίνει πολύ σύντομα αν δεν τα καταφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ να βελτιώσει τα πράγματα- δεν σας σώζουν όλα τα ελικόπτερα του κόσμου! Σκατόφλωροι, νομίζετε ότι οι λιμουζίνες σας και τα σαλόνια σας είναι η πραγματικότητα? Θα προσγειωθείτε σύντομα και απότομα, σας το υπόσχομαι! Παρακαλάτε να νικήσει στις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ! Είναι η τελευταία σας ελπίδα!

 

 

«Η μάχη της 17ης Ιουνίου, κρίθηκε χθες, Παρασκευή 1η του μήνα. Αυτό έγινε από το μεσημέρι που άρχισε ο Αλέξης Τσίπρας να παρουσιάζει το κυβερνητικό του πρόγραμμα, μέχρι και την ολοκλήρωση των βραδινών δελτίων από τα οποία ενημερώθηκε και ο τελευταίος πολίτης. Στις 9 το βράδυ, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε κερδίσει τις εκλογές.»

Τάδε έφη Δημήτρης Καμπουράκης σε άρθρο του στο Protagon. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν συμπαθεί τον ΣΥΡΙΖΑ ή τον Τσίπρα προσωπικά -το κανάλι του πάντως αναλώνει άπειρες τηλεώρες για να τον κάνει ρόμπα όπως μπορεί- αλλά σίγουρα ο Καμπουράκης είναι άριστος γνώστης τον κανόνων του παιχνιδιού. Του παιχνιδιού κατάκτησης (ή χειραγώγησης, ανάλογα τι θέλει και πως το βλέπει καθένας) της κοινής γνώμης. Γιατί αυτό δεν είναι τελικά οι εκλογές? Ένας αγώνας γήτευσης και τελικά κατάκτησης της κοινής γνώμης. Σύμφωνα λοιπόν με τους κανόνες αυτού του παιχνιδιού -που καθόλου δεν τους έχει διαμορφώσει ο ΣΥΡΙΖΑ- το παιχνίδι χθες έληξε. Κι εξηγεί γιατί στη συνέχεια του άρθρου του:

«Πρόκειται για μια ψυχρή πολιτική εκτίμηση του γράφοντος, δίχως την παραμικρή αξιολόγηση. Πιστεύω ακραδάντως ότι κανένα εκλογικό σώμα ανά την υφήλιο, δεν θα μπορούσε να αντισταθεί σ’ ένα πακέτο οικονομικών και θεσμικών εξαγγελιών όπως αυτές του κ. Τσίπρα. Πόσο μάλλον το ταλαιπωρημένο, συμπιεσμένο και θυμωμένο ελληνικό εκλογικό σώμα.»

Άκουσα με προσοχή τον Αλέξη Τσίπρα στην παρουσίαση του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι αλήθεια ότι το ολοκληρωμένο σχέδιο που παρουσίασε, σχέδιο ανάπτυξης της οικονομίας και αναστήλωσης της κοινωνίας, το οποίο ξεκινά με την καταγγελία του μνημονίου -πρώτη πράξη της νέας κυβέρνησης- έπεσε στο πονεμένο εκλογικό σώμα, σαν βάλσαμο. Σαν ένα υπέροχο μείγμα πολιτικών που καταπραϋνει τους πόνους, επουλώνει τις πληγές, σταματά τη σήψη και θεραπεύει τις καρκινογενέσεις, που αφήνει πίσω του το γερασμένο κι άρρωστο πολιτικό σύστημα που καταρρέει. Δεν είναι θέμα παροχολογίας. Δεν είναι καν ότι δεσμεύεται για συγκεκριμένα μέτρα σε αντίθεση με τον Σαμαρά που αοριστολογεί και στην ουσία δεν δεσμεύεται για τίποτα. Λέει πχ ο ΣΥΡΙΖΑ ότι «θα καταργήσει άμεσα την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 6-28/2/2012, με την οποία μειώθηκαν ο κατώτερος μισθός κατά 22% (32% για τους νέους μέχρι 25 ετών), καθώς και τα επιδόματα ανεργίας, ασθένειας και μητρότητας και καταργήθηκαν οι συλλογικές συμβάσεις. Θα επαναφέρει τον κατώτατο μισθό στα €751 ευρώ και το επίδομα ανεργίας στα €461,5 ευρώ.  Το επίδομα ανεργίας θα χορηγείται για διπλάσιο χρόνο από το σημερινό (δύο χρόνια).  Θα άρει την κατάργηση της μετενέργειας και θα επαναφέρει την υποχρεωτική επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων..» Πρόκειται για δεσμεύσεις πολύ συγκεκριμένες. Αντίστοιχα ο Σαμαράς λέει: » Να μην πέσουν άλλο οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα. Διαφωνώ με την άποψη ότι για να υπάρξει ανάπτυξη πρέπει να πέσουν οι μισθοί. Στηρίζουμε τις συβάσεις εργασίας. Για τη μετενέργεια ζητούμε να επιστρέψουν στα προηγούμενα επίπεδα». Δεν πρόκειται για δεσμεύσεις αλλά για ευχές! Η κυβέρνηση δεν εκλέγεται για να «ζητάει» και να λέει τη γνώμη της («διαφωνώ ότι για να…»!) αλλά για να πράττει.

Δεν είναι όμως αυτό που κάνει την προγραμματική-κυβερνητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ να είναι η μοναδική διέξοδος ελπίδας για το λαό. Υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά, βαθύτατα ιδεολογική και ταξική, που ξεχωρίζει το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ από αυτό της «νέας δημοκρατίας», που εκφράζεται βέβαια στην ρητή δέσμευση ότι η πρώτη πράξη της νέας κυβέρνησης θα είναι η καταγγελία του μνημονίου, αλλά η ουσία της δεν βρίσκεται εκεί. Η ουσία της βρίσκεται στην έννοια του «κυρίαρχου λαού». Ότι δηλαδή, δεν είναι άλλο πράγμα το «έθνος» ή η «χώρα» που πρέπει να σωθούν και άλλο ο «λαός» που οφείλει να θυσιαστεί χάριν της σωτηρίας του «έθνους» και της «πατρίδας». Για τον ΣΥΡΙΖΑ -κι αυτό το στοιχείο διέπει κάθε γράμμα της προγραμματικής του πρότασης- δεν υπάρχει ούτε «έθνος», ούτε «χώρα», χωρίς τον κυρίαρχο λαό, χωρίς το λαό που αποφασίζει ο ίδιος για το παρόν και το μέλλον του, έστω κι αν συμμετέχει σε διακρατικές συμμαχίες και ενώσεις. Να δεις πως το λέγανε αυτό τα εγχειρίδια πολιτικής επιστήμης… να δεις πως το λέγανε…. Α ναι! Δημοκρατία!

Δημοκρατία! Μια έννοια – ιδέα που στο παρελθόν ποτίστηκε με τόσο αίμα για να φυτρώσει και να καρπίσει αλλά τελικά σύρθηκε σε τέτοιο βούρκο, που χρειάστηκε στις πλατείες των ονείρων μας να της δώσουμε επιθετικούς προσδιορισμούς, για να την διακρίνουμε από το παραμόρφωμα της «αστικής-κοινοβουλευτικής δημοκρατίας». Την είπαμε «άμεση» και «πραγματική». Η δημοκρατία όμως είναι μια και ή είναι ή δεν είναι. Δεν μπορεί να υπάρχουν πολλά είδη δημοκρατίας: ή η εξουσία πηγάζει από το λαό, ασκείται από αυτόν και υπέρ αυτού ή όχι. Δεν γίνεται «ολίγη δημοκρατία».

Βέβαια, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ως πρόταγμα την «άμεση» δημοκρατία (να ξανά οι επιθετικοί προσδιορισμοί!) και παρόλο που ο Αλέξης Τσίπρας έχει πει πολλές φορές ότι η αριστερά δεν θέλει την εξουσία για τον εαυτό της, αλλά για να την επιστρέψει σε αυτούς που τους ανήκει, αμφιβάλλω πολύ αν ξέρει πως να το κάνει (η αριστερά, όχι ο ίδιος προσωπικά). Ωστόσο, κάθε γράμμα της προγραμματικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ διέπεται από αυτή την αντίληψη: η πολιτική εξουσία πηγάζει από το λαό και δικαιωματικά του ανήκει. Ο λαός -έστω και δια μέσου της κυβέρνησης που εκλέγει, έστω κι έτσι- αποφασίζει γι αυτά που τον αφορούν κι όχι οι αγορές. Η πολιτική (δημοκρατία) είναι πάνω από τις αγορές και οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη. Και βέβαια κανένα οικονομικό συμφέρον -των δανειστών ή των αγορών- δεν μπορεί να προσδιορίζει την πολιτική της κυβέρνησης της χώρας. Ακριβώς γι αυτό είναι θεμέλιο του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ η καταγγελία του μνημονίου. Γιατί μνημόνιο σημαίνει καταρχήν, εκχώρηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του λαού. Παύση της δημοκρατίας.

Η ίδια η ύπαρξη του μνημονίου δείχνει ότι η δημοκρατία καταλύθηκε. Η κυβέρνηση της χώρας -η οποία υποτίθεται ότι πράττει κατ’ εντολή του ελληνικού λαού και μόνο- μετατρέπεται σε ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ υπάλληλο των δανειστών. Όχι μόνο οι στρατηγικοί στόχοι καθορίζονται από αυτούς, αλλά και η παραμικρή λεπτομέρεια της κυβερνητικής πολιτικής, μέτρο το μέτρο, νόμο το νόμο. Και σαν επιστέγασμα, έχει προσυμφωνηθεί στο μνημόνιο ακόμη και η αλλαγή του Συντάγματος της Ελλάδας, ώστε να προβλέπει την προτεραιότητα εξυπηρέτησης του χρέους σε κάθε περίπτωση!

Το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ βάζει τέρμα σε όλα αυτά. Η εξουσία πηγάζει από το λαό, ασκείται από αυτόν -έστω και διαμέσου της κυβέρνησής του, έστω κι έτσι!- και είναι υπέρ του λαού. Τελεία. Μνημόνια και δαιμόνια δεν υπάρχουν πλέον. Τη θέση τους θα πάρει το Εθνικό Σχέδιο Ανόρθωσης. 

Αντίθετα, το πρόγραμμα της «νέας δημοκρατίας», όσο γενναιόδωρο κι αν είναι σε υποσχέσεις (αλλά όχι σε δεσμεύσεις), παραμένει προσκολλημένο στο δόγμα «οι αγορές πάνω από τη δημοκρατία», «τα κέρδη πάνω από τον άνθρωπο», «οι δανειστές πάνω από το λαό». Παραμένει προσκολλημένο στο μνημόνιο. Ό,τι κι αν τάξει, όσα κι αν υποσχεθεί, θα είναι πάντα συνάρτηση του «τι θα πετύχουμε στη διαπραγμάτευση», «τι θα μας δώσουνε», «τι θα αποφασίσουν». Οι «άλλοι» – όχι εμείς. Όχι ο Λαός. Ακόμη κι αν δεχτούμε πως ο κ.Σαμαράς θα μπορούσε σε πρώτη φάση να πετύχει περισσότερα με την «αναδιαπραγμάτευσή» του από όσα ο ΣΥΡΙΖΑ με την καταγγελία του μνημονίου, ακόμα κι αν το δεχτούμε αυτό παρόλο που είναι αστείο και παράλογο, πάλι η ουσία δεν αλλάζει. Ο ελληνικός λαός δεν θα είναι κυρίαρχος αλλά εξαρτημένος από αποφάσεις αλλότριων συμφερόντων, που μόνο κατ’ εξαίρεση και για την καλύτερη εξυπηρέτηση των δικών τους υποθέσεων, θα του πετάνε που και που κανένα ψιχουλάκι παραπάνω, σαν να είναι ζήτουλας. Ο ελληνικός λαός δεν θα αποφασίζει για το παρόν και το μέλλον του: είναι υποθηκευμένα στους δανειστές, με υπογραφές των κκ. Σαμαρά και Βενιζέλου και ο κ.Σαμαράς δεν προτίθεται να πάρει πίσω την υπογραφή του.

Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά που κάνει το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ μονόδρομο ελπίδας. Μπορεί ο λαός να υποφέρει από φτώχεια αλλά έχει κατανοήσει -έστω και ενστικτωδώς-  ότι σε αυτή την κατάσταση ήρθε ακριβώς γιατί του στέρησαν τη δυνατότητα να αποφασίζει ο ίδιος για τη ζωή του. Γιατί του στέρησαν τη δημοκρατία. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, ότι η μεγαλειώδης εξέγερση των πλατειών το περασμένο καλοκαίρι, είχε ως πρώτιστο αίτημά της την αποκατάσταση της δημοκρατίας και όχι οικονομικά αιτήματα.

Σήμερα μάχονται δυο ριζικά αντίθετες αντιλήψεις: η πρώτη -της «νεας δημοκρατίας» αλλά και του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ- λέει: «θα ζητήσουμε και θα δούμε τι θα αποφασίσουν». Οι «άλλοι». Η δεύτερη, του ΣΥΡΙΖΑ, λέει: «θα αποφασίσουμε -ΕΜΕΙΣ- και θα το διαπραγματευτούμε με τους εταίρους στην ΕΕ» (τους «άλλους»).

Θα ακυρώσουμε το μνημόνιο, ώστε να ανακτήσουμε καταρχήν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα ως λαός, και μετά θα διαπραγματευτούμε τα πάντα. Αλλά με την υπερηφάνεια του κυρίαρχου λαού – όχι με τα παρακάλια του δούλου. Κι ύστερα?

Θα το αποφασίσουμε ΕΜΕΙΣ το ύστερα. ΕΜΕΙΣ. Όχι οι άλλοι για μας κ.Σαμαρά. Κατανοητό?

Υπάρχουν δυο δρόμοι: η σιγουριά της σκλαβιάς κι η αβεβαιότητα της ελευθερίας. Ο ελληνικός λαός επέλεξε την αβεβαιότητα της ελευθερίας. Γιατί βέβαια, θα ήμουν ανόητος αν ισχυριζόμουν ότι το -άψογα κι επιστημονικότατα τεκμηριωμένο- πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, μου εμπνέει σιγουριά. Όχι. Μοιάζει περισσότερο με προσευχή. Όλοι οι στόχοι του είναι συνάρτηση δεκάδων προϋποθέσεων. «Για να πετύχουμε αυτό, πρέπει να κάνουμε το άλλο και για να γίνει το άλλο πρέπει να πετύχουμε εκείνο» και πάει λέγοντας. Και είναι φυσικό να συμβαίνει αυτό, αφού είναι ένα πρόγραμμα που αναφέρεται στην πραγματική ζωή, δεν είναι μια απλή άσκηση επί χάρτου για φοιτητές πολιτικής οικονομίας. Πως θα μειώσεις -για παράδειγμα- δραστικά τις αμυντικές δαπάνες, αν πρώτα δεν συμφωνήσεις σε ένα μορατόριουμ εξοπλισμών με την Τουρκία? Ναι λοιπόν, μοιάζει πολύ με προσευχή το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά με προσευχή στο λαό -σε Αυτουνού την παντοδυναμία πιστεύει η αριστερά- όχι με προσευχή στον παντοδύναμο θεό των αγορών, το θεό του κ.Σαμαρά και της «νέας δημοκρατίας».

Γι αυτό και το «ντέρμπι» μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ – «νέας δημοκρατίας», έληξε χθες, Παρασκευή 1η Ιουνίου, με την παρουσίαση της κυβερνητικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ. Όσο το γρηγορότερο το καταλάβουν οι παρατρεχάμενοι του κ.Σαμαρά, τόσο το καλύτερο γι αυτούς. Γιατί εκτίθενται. Και γιατί, όσο πιο απελπισμένα, ανήθικα και λυσσαλέα επιτίθενται στον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα, απλά επιβεβαιώνουν το αποτέλεσμα. Τίποτα δεν μπορούν πια να πετύχουν. Γι αυτό κι ο Δημήτρης Καμπουράκης, τελειώνει το άρθρο του ως εξής: «Τις επόμενες δύο βδομάδες θεωρώ σφόδρα πιθανό να επαναληφθεί το φαινόμενο της εκλογικής μάχης της 6ης Μαΐου, που όσο πλησίαζαν οι κάλπες τόσο δυνάμωνε ο αέρας που φούσκωνε τα πανιά του ΣΥΡΙΖΑ. Αν αυτό ξανασυμβεί (δεν διακρίνω κάτι ικανό να το αντιστρέψει), τότε την 17η Ιουνίου ο Αλέξης Τσίπρας θα φλερτάρει με την αυτοδυναμία. »

Παρακολουθώντας χθες τον Αλέξη Τσίπρα να παρουσιάζει το κυβερνητικό πρόγραμμα της αριστεράς, μου φαινόταν ότι τον έβλεπα να κοιτά ειρωνικά -με το καταχθόνιο χαμόγελό του- τον Αντώνη Σαμαρά και, δείχνοντάς του ύπουλα κωλοδάχτυλο να του ψιθυρίζει: «σφύριξα κι έληξε». Ακόμη πιο σωστά: ΣΥΡΙΖΑ κι έληξε!

«Δεν είμαι οπαδός του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είμαι οπαδός κανενός. Δεν είμαι δεδομένος, ούτε εγώ ούτε η ψήφος μου, για κανέναν. Στις εκλογές της 17ης Ιούνη θα ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να τον εξειδανικεύω, χωρίς να φανατίζομαι και διατηρώντας τις όποιες διαφωνίες μου -και είναι πολλές- με την πολιτική και τη φυσιογνωμία του.

Θα ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ καταρχήν, επειδή σέβομαι την απόφαση του ελληνικού λαού να τον επιλέξει ως όχημα για την υπέρβασή του, για να κάνει την ανατροπή στην Ελλάδα και να στείλει ένα εκωφαντικό μήνυμα στην Ευρώπη και τον κόσμο. Μπορεί να μην είναι το σχήμα που με εκφράζει ιδεολογικά και πολιτικά στο μέγιστο βαθμό. Μπορεί να είμαι πιο κοντά στους Οκολόγους Πράσινους, στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στο ΚΚΕ ή στο ΕΠΑΜ, ή ακόμα και στους Ανεξάρτητους Έλληνες. Ή μπορεί να με εκφράζει ιδεολογικά η αποχή, γιατί δεν θέλω με τη συμμετοχή μου να νομιμοποιήσω ένα σάπιο πολιτικό σύστημα. Αλλά ο λαός στις 5 Μάη μίλησε. Μίλησε ξεκάθαρα και δυνατά. Κι όχι μόνο ταπείνωσε τα δυο κόμματα εξουσίας που τον καταδυνάστευαν εδώ και σαράντα χρόνια περίπου, αλλά υπερψήφισε ακριβώς αυτόν τον πολιτικό σχηματισμό που η τηλεοπτική προπαγάνδα και όλα μαζί τα γρανάζια του συστήματος, εδώ και αρκετά χρόνια του λένε ότι φταίει για όλα, ότι είναι η ενσάρκωση της καταστροφής και η πολιτικοποίηση του χάους: τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το μεγάλο ποσοστό που έδωσε ο λαός στο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι απλώς ένα εκλογικό ποσοστό. Είναι μια μικρή επανάσταση. Μια μεγάλη υπέρβαση, ένα τεράστιο “να πάτε στον αγύριστο” στα κόμματα της διαπλοκής και σε όλο το σύστημα που χτίσανε και τώρα καταρρέει. Είναι ένα περήφανο και ατρόμητο “φτάνει πια!” όχι μόνο στους δυνάστες του, αλλά και σε όλους εκείνους τους “επαναστάτες” που παραπέμπουν τη λύση όλων των προβλημάτων σε μια μελλοντική φαντασιακή κοινωνία. Δεν είναι κακό να πιστεύεις στην ουτοπία -κι εγώ μια τέτοια φαντασιακή κοινωνία έχω σαν ιδανικό μου- αλλά ο λαός στις 5 Μάη είπε: “θέλω καλύτερους μισθούς τώρα!”, “θέλω κοινωνικό κράτος τώρα!”, “θέλω πίσω τη χώρα μου τώρα!”, “θέλω απαλλαγή από το μνημόνιο και την Τρόικα τώρα!”, “θέλω δημοκρατία τώρα!”… Και για όλα αυτά τα “θέλω τώρα!” επέλεξε τον ΣΥΡΙΖΑ σαν όπλο για να τα κατακτήσει. Όποιος λοιπόν δεν το βλέπει αυτό και επιμένει σε εκτός τόπου και χρόνου ιδεοληψίες κι εμμονές, απλά θέτει τον εαυτό του εκτός της επανάστασης που συντελείται. Περιφρονεί τη θέληση του λαού, αδυνατεί να δείξει εμπιστοσύνη στην κρίση του.

Ψηφίζω ΣΥΡΙΖΑ γιατί για πρώτη φορά υπάρχει μια ελπίδα να αλλάξει κάτι με τις εκλογές, να κάνουμε κάποια βήματα μπροστά και να αναπνεύσει η κοινωνία ελεύθερα -μετά από δυομιση χρόνια μνημονιακού μεσαίωνα- κι είναι ανόητη εμμονή να λέμε αυτή τη στιγμή “δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα με τις εκλογές”. Ήδη άλλαξε! Ο πανικός των διαπλεκόμενων συμφερόντων στην Ελλάδα και την Ευρώπη, δεν είναι σαφής ένδειξη ότι κάτι άλλαξε? Ότι ξαφνικά όλα τα ανακτοβούλια της Ευρώπης, οι μεγαλοτραπεζίτες, οι G8, ελληνικά και ξένα μίντια, ασχολούνται κάθε μέρα με την Ελλάδα και για α πείσουν τους Έλληνες ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι η καταστροφή τους, δεν είναι σαφής ένδειξη ότι κάτι άλλαξε?

Ψηφίζω ΣΥΡΙΖΑ γιατί εκτός από ιδεολόγος είμαι και άνεργος και χρειάζομαι δουλειά τώρα. Γιατί δεν θέλω να μειωθεί άλλο η σύνταξη του πατέρα μου. Γιατί χρειάζομαι ασφάλιση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για μένα και για τα παιδιά μου. Γιατί χρειάζομαι αστυνομία που να με προστατεύει από την εγκληματικότητα και όχι να με σακατέβει όταν διαδηλώνω τα δίκια μου. Γιατί απαιτώ ένα κράτος αρωγό μου και συμπαραστάτη μου και όχι εχθρό μου. Ένα κράτος για τον πολίτη και όχι ένα κράτος λωποδύτη! Γιατί έχω ανάγκη από ΕΛΠΙΔΑ, έχω ανάγκη να πιστεύω σε ένα ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΑΥΡΙΟ! Που όμως θα αρχίσει ΣΗΜΕΡΑ!

 Ψηφίζω ΣΥΡΙΖΑ γιατί το χρωστώ στον εαυτό μου. Στους γονείς μου που μόχθησαν να με μεγαλώσουν και δεν αντέχουν να με βλέπουν να υποφέρω. Γιατί το χρωστώ στα παιδιά μου. Και τελικά, γιατί το χρωστώ σε σένα. Ναι, σε σένα, που είσαι ακριβώς σαν και μένα, μια ζωή “στην απέξω”. Που δεν έκλεψες, δεν “τα έφαγες μαζί τους”, που σε κοροϊδέψανε, σε ταπεινώσανε, σε σπρώξανε στην εξαθλίωση. Που δούλεψες μια ζωή για να φτάσεις να μην έχεις τίποτα. Ψηφίζω ΣΥΡΙΖΑ γιατί το χρωστώ σε σένα. Και θα είμαι πολύ χαρούμενος αν ψηφίσεις κι εσύ ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί το χρωστάς σε μένα…»

9 Μαϊου 1945. Ο Γεγκόροβ κι ο Καντάρια -δυο απλοί στρατιώτες του κόκκινου στρατού- στήνουν τη σοβιετική σημαία στο ράιγχσταγκ κι ο χειρότερος πόλεμος που γνώρισε ποτέ η γη τελειώνει. Οι ναζιστικές δυνάμεις καταστροφής δεν υπάρχουν πια. Κόστισε στην ανθρωπότητα 23 εκ και 668 χιλ νεκρούς. Από τους 7 εκ οχτακόσιες χιλ νεκρούς των συμμάχων, τα 6 εκ 115 χιλ ήταν της ΕΣΣΔ. Και μια χώρα κατεστραμμένη από άκρη σ’ άκρη…

 

Δεν θα μιλήσω για τον πόλεμο, τις στρατηγικές, τις συμμαχίες, όλα αυτά που ξέρουμε κι έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά. Σήμερα θα σας πω μια ιστορία για τον καθηγητή Αλεξάντρ Γκριγκόριεβιτς Παβλόβσκι, καθηγητή Γερμανικής Φιλολογίας, στο Αγροτικό Πανεπιστήμιο της Λευκής Εκκλησιάς, μια μικρής Ουκρανικής πόλης λίγο έξω από το Κίεβο. Την ιστορία ενός καθόλα συνηθισμένου ανθρώπου, αξιοσέβαστου στον κύκλο του και καλού οικογενειάρχη, που ποτέ στη ζωή του δεν είχε σκεφτεί να πολεμήσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να γίνει ήρωας. Και ξαφνικά, κοντεύοντας τα σαράντα, όταν οι γύπες και τα γεράκια απείλησαν την ήσυχη ζωή του, τα βιβλία του, τους αγρότες-φοιτητές του, τα χωράφια των αγροτών της Λευκής Εκκλησιάς, τη γυναίκα του και το παιδί του, αυτός ο καθόλα συνηθισμένος άνθρωπος έγινε ατρόμητος αητός. Χρειάστηκαν μόνο λίγα λεπτά γι αυτή τη μεταμόρφωση.

Ο καθηγητής Παβλόβσκι γεννήθηκε το 1906 στη μικρή πόλη που έζησε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του, τη Λευκή Εκκλησιά. Παιδάκι ακόμη έζησε την επανάσταση και τον εμφύλιο, κι έπειτα στην εφηβεία του, είδε τη χώρα του να αλλάζει και να αναπτύσσεται, το λαό της να μορφώνεται, να ξεφεύγει από τη φτώχεια και τη μιζέρια, να αποκτά λόγο στη διακυβέρνηση της χώρας και πολιτικά δικαιώματα. Μεγαλώνοντας σε μια χώρα που είχε συνείδηση της διαφορετικότητάς της, πίστεψε βαθιά στον κομμουνισμό, αλλά όμως δεν έγινε ποτέ μέλος του κόμματος. Δεν τον ενδιέφερε και πολύ η πολιτική, σε αντίθεση με τη γυναίκα του, την Ευδοκία Παβλόβσκι, που ήταν στέλεχος της τοπικής οργάνωσης του κομμουνιστικού κόμματος.

Όταν το χειρότερο κακό που βρήκε ποτέ τη γη, επιτέθηκε στη χώρα του, ο καθηγητής Παβλόβσκι βρήκε ένα κάρο κι ένα άλογο, τα πήγε στο σπίτι, κι είπε στη γυναίκα του και στον σχεδόν έφηβο γιο του: «ακολουθήστε τον κόσμο, να πάτε όπου σας πει η κυβέρνηση και θα είστε καλά». Κι έπειτα έφυγε για να καταταγεί εθελοντής στον κόκκινο στρατό. Εθελοντής. Γιατί ο Αλεξάντρ Γκριγκόριεβιτς Παβλόβσκι, σαν καθηγητής πανεπιστημίου, δεν είχε υποχρέωση να πάει στο μέτωπο. Στη Σοβιετική Ένωση, ακόμα και σε μια τέτοια στιγμή, ένας καθηγητής πανεπιστημίου θεωρούνταν πιο χρήσιμος από έναν ακόμα στρατιώτη. Ο Αλεξάντρ Γκριγκόριεβιτς Παβλόβσκι, ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκε να κάνει χρήση του προνομίου του και να μείνει κοντά στη γυναίκα του και τον γιο του. Τους εμπιστεύτηκε στο σοσιαλιστικό κράτος κι ο ίδιος έφυγε για το μέτωπο σαν απλός στρατιώτης. Την ίδια μέρα που κατατάχτηκε στο στρατό, γράφτηκε και στο κόμμα. «Ήθελα, αν ήταν να πεθάνω, να πεθάνω κομμουνιστής» θα έλεγε πολλά χρόνια αργότερα στο μικρότερο γιο του, τον Βολοντίμιρ, που γεννήθηκε μετά τον πόλεμο.

Μετάλλιο για την άμυνα του Καυκάσου

Ο Αλεξάντρ Γκριγκόριεβιτς Παβλόβσκι πολέμησε στην πρώτη γραμμή σε πολλές κρίσιμες μάχες, τιμήθηκε με πολλά παράσημα -πληρωμένα με αίμα κι όχι με κομματικά εύσημα- έφτασε ως το βαθμό του ταγματάρχη κι ήταν στη στρατιά που μπήκε στο Βερολίνο. Ήταν ανάμεσα σε αυτούς που διέσχισαν όλη την Ευρώπη νικητές, κι έφτασαν ως τη φωλιά του θηρίου για να το εξοντώσουν. Οι Γερμανοί τους φοβούνταν. Κρύβονταν, πιστεύοντας ότι οι σοβιετικοί στρατιώτες θα είναι αμείλικτοι απέναντί τους – κι όχι άδικα. Αλλά οι κόκκινοι στρατιώτες δεν είχαν καμιά πρόθεση να εκδικηθούν το λαό που ήταν το μεγαλύτερο θύμα του πολέμου, τον μόνο λαό που υπέφερε από τον πόλεμο περισσότερα από τους ίδιους τους σοβιετικούς. Εκεί, στον τόπο της δικαίωσης και της νίκης, όταν οι νικημένοι τους έτρεμαν κι οι λαοί όλου του κόσμου τους θαύμαζαν, ο καθηγητής Παβλόβσκι, έκανε την υψηλότερη πράξη ηρωισμού, που μαζί της καμιά έφοδος, καμιά μάχη, καμιά κατάληψη ή απόκρουση του εχθρού δεν μπορεί να συγκριθεί: γύριζε δρόμο-δρόμο το ισοπεδωμένο Βερολίνο με ένα χωνί, μιλώντας στους εχθρούς του σε άπταιστα Γερμανικά -ο καθηγητής Παβλόβσκι ήταν καθηγητής Γερμανικής- καλώντας τους να βγουν από τις κρυψώνες τους χωρίς κανένα φόβο και να πάνε στα συσσίτια που οργάνωνε γι αυτούς ο κόκκινος στρατός. Αυτός, ο νικητής, ο στρατιώτης που πήρε ανώτερο στρατιωτικό αξίωμα μάχη τη μάχη, τραύμα το τραύμα, που είδε τους συντρόφους του να χάνονται ένας-ένας, που δεν γνώριζε αν ζουν η γυναίκα του και το παιδί του, που η πόλη του ισοπεδώθηκε, που η χώρα του ισοπεδώθηκε, άπλωσε το χέρι του στους εχθρούς του για να τους ταϊσει! Κι όταν οι πρώτοι σκελετωμένοι Γερμανοί, γυναίκες, γέροι και παιδιά, αρχίσαν να βγαίνουν δειλά – δειλά από τις κρυψώνες τους και να κατευθύνονται στους χώρους των συσσιτίων, πήρε το λαμπρότερο παράσημό του.

Η ιστορία του Αλεξάντρ Γκριγκόριεβιτς Παβλόβσκι είναι πέρα για πέρα αληθινή, μέχρι την τελευταία λέξη. Μη ρωτάτε πως την έμαθα, αλλά πάντως δεν θα τη βρείτε σε κανένα βιβλίο. Γιατί, στο κάτω-κάτω, ο καθηγητής Παβλόβσκι, δεν ήταν δα και τίποτα ξεχωριστό. Ένας από τα εκατομμύρια ήταν. Ένας από τα εκατομμύρια των ανθρώπων, που το ηθικό τους ανάστημα δεν μπορούσαν ποτέ να προβλέψουν τα ποταπά τίποτα του ναζισμού. Ο καθηγητής Παβλόβσκι, ίσως ήταν παππούς μου, ίσως δικός σου ή κάποιου άλλου. Ίσως κάποτε να είσαι εσύ…