Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Και ξαφνικά, είδαμε το φως το αληθινό! Η Ελλάδα μας, αυτή που την είχαμε για πεθαμένη και ήδη ετοιμάζαμε τα κόλλυβα για την κηδεία και διαμοιράζαμε τα ημάτιά της (όχι μεταξύ μας – στους δανειστές της), η Ελλάδα που σε ολόκληρη την υφήλιο είχε καταστεί αρνητικό πρότυπο και παράδειγμα προς αποφυγή, η Ελλάδα μας που άλλοι τη βρίζαμε και άλλοι κλαίγαμε γι αυτήν, αναστήθηκε! Σώθηκε! Είναι καλά και είναι εδώ! Γιατί ως γνωστόν «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, δε την σκιάζει χρέος κανένα, μοναχά μια στιγμή ξαποσταίνει και ξανά προς τη χλίδα τραβά!»

Η Ελλάδα σώθηκε. Σώθηκε με τις προσπάθειες της ένδοξης και υπεύθυνης κυβέρνησής της, που εφαρμόζοντας κατά γράμμα τις εντολές των ανακτοβουλίων της Ευρώπης, κέρδισε την εμπιστοσύνη τους και τους έπεισε έστω και την ύστατη στιγμή να επέμβουν υπέρ της πτωχής πλην τίμιας χώρας. Όπως τότε, στο Ναβαρίνο, θυμάστε? Η Ελλάδα σώθηκε, παρά την ανευθυνότητα και την άφρονα συμπεριφορά  που επέδειξε μεγάλο μέρος του λαού της, που ξεχύθηκε στις πλατείες των μεγάλων πόλεων για εβδομάδες ολόκληρες, επιδεικνύοντας ανυπακοή και εχθρικότητα προς τους σωτήρες της χώρας. Η Ελλάδα σώθηκε και τώρα όλοι χαρούμενοι και εθνικά υπερήφανοι μπορούμε να ετοιμαστούμε για τη μεγάλη γιορτή του δεκαπενταύγουστου, που με λιτανείες, τάματα κι ευχαριστείες θα δοξάσουμε τον Τρίτο τον Μακρύτερο και τον Δεύτερο το Φαρδύτερο, τους ηγέτες μας που μας οδήγησαν στο θρίαμβο, ηγέτες που η ιστορία τους επεφύλασσε μοίρα ενδοξότερη κι από αυτόν ακόμα τον Όττο Ρεχάγκελ!

Κάποιοι λίγοι που παραμένουν ακόμη στις πλατείες είναι γιατί τους αρέσει να είναι εκεί. Χασομέρηδες, εχθροί του έθνους ή απλά βλάκες που δεν αντιλαμβάνονται το χαρμόσυνο νέο? Δεν έχει σημασία. Η ιστορία δεν θα γράψει λέξη γι αυτούς. Η ιστορία θα γράψει για τη «σιωπηρή πλειοψηφία» που στήριξε τον αγώνα της ηγεσίας του έθνους και δέχτηκε με χαρά κι ευγνωμοσύνη τη σωτήρια επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης και ειδικά της Γερμανίας. Της ίδιας Γερμανίας που ακόμη μας χρωστά τις πολεμικές αποζημιώσεις από τότε που είχε σφαγιάσει τους παππούδες μας. Αλλά αυτά είναι περασμένα ξεχασμένα!

Λοιπόν παλιομαλάκα κωλοέλληνα, δεν θα ξοδέψω καθόλου από τον άχρηστο χρόνο μου για να σου εξηγήσω ότι αυτό που σου μοστράρουν για σωτηρία, είναι στην πραγματικότητα ένα βαθύ πηγάδι γεμάτο σκατά, που θα μας ρίξουν μέσα για 30 χρόνια. ´Οτι, το χρέος της χώρας έγινε μεγαλύτερο από ποτέ κι ότι το περίφημο «κούρεμα» σε συνδυασμό με την πανηγυρική επιμήκυνση, θα φέρει ακόμη περισσότερους τόκους στους δανειστές. Ότι για μια ακόμη φορά θα τα πάρουν από το λαό και θα τα δώσουν στις τράπεζες. Ότι έτσι κι αλλιώς, τα μνημόνια, τα μεσοπρόθεσμα, το ξεπούλημα των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, του υπεδάφους, της ενέργειας, των θαλασσών και των ακτών, κάθε δημόσιου αγαθού, όχι μόνο δεν αναιρούνται αλλά επιταχύνονται. Ότι θα εξακολουθείς να είσαι άνεργος ή κακοπληρωμένος και χωρίς στοιχειώδη δικαιώματα εργαζόμενος. Ότι, ότι, ότι…. χέστα όλα αυτά. Αν είσαι τόσο ηλίθιος που δεν τα καταλαβαίνεις μόνος σου, ό,τι και να σου πω εγώ χαμένο θα πάει.

Ας πούμε λοιπόν ότι η κυβέρνηση και τα παπαγαλάκια της έχουν δίκιο. Ότι η συμφωνία που επιτεύχθηκε στη σύνοδο κορυφής, ήταν ευεργετική για την οικονομία της χώρας και τη «βιωσιμότητα» του χρέους. Ας πούμε πως είναι έτσι και το μόνο που πρέπει να μας μείνει είναι αυτό: ό,τι θα πληρώναμε σε 6-7 χρόνια, τώρα θα τα πληρώσουμε σε 30!!! Και γαμώ τους διακανονισμούς, εεε!!!

Για πες μου ρε μίασμα των βόθρων, ρε μεγαλοφυή μεταξοσκώληκα, ρε υπεύθυνε κωλοέλληνα, ρε συνδαιτημόνα του Πάγκαλου: με ποιο δικαίωμα φορτώνεις τα ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΧΡΕΗ στα παιδιά σου και στα εγγόνια σου? Γιατί αυτό κάνεις παλιομπινέ και χαίρεσαι κιόλας. Ο παππούς σου πολέμησε τους Ναζί, ο πατέρας σου πολέμησε τη χούντα, κι εσύ άφησες να ξευτιλήσουνε τη δημοκρατία, να ξεπουλήσουνε τη χώρα σου, να οδηγήσουνε το λαό της σε πτώχευση και τώρα πανηγυρίζεις γιατί το μεγαλύτερο κομμάτι του χρέους που η δική σου γενιά δημιούργησε (ή τους άφησε να δημιουργήσουν πιο σωστά) θα το πληρώσουν τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου! Αυτή την κληρονομιά θα τους αφήσεις!

Αλλά θέλω να είμαι μπροστά ρε μαλακομπούκωμα, όταν θα έρθει εκείνη η στιγμή που το εγγόνι σου θα μάθει τι του έχεις κάνει! Όταν θα τυλίξει σε ένα ωραίο ρολό το χαρτονόμισμα που θα του έχεις δώσει για χαρτζιλικάκι, θα στο δώσει πίσω και θα σου πει: «παππού, παρ’το χαρτζιλίκι σου και βαλ’το εκεί που ξέρεις»! Να μαι από μια μεριά να δω τα μούτρα σου ρε, γιατί σε αυτή τη ζωή όλα πληρώνονται: έστω και 30 χρόνια αργότερα!

Advertisements

Το κοινό όριο ισοσυγκλίνουσων ατομικοτήτων διαφορετικού επιπέδου συνειδητότητας. Ανάλογα με το βαθμό σύγκλισης στο όριο της συνειδητότητας επέρχεται ολοκλήρωση που συνθέτει τις ατομικότητες σε μια ελεύθερη συλλογικότητα. Η διαδικασία αυτή είναι αργή και επώδυνη ακριβώς γιατί είναι οριακή.

Η πλατεία είμαι εγώ. Ή μήπως εσύ? Μπορεί κι ο άλλος, που δε μίλησε ποτέ αλλά τα μάτια του λάμπανε όταν άκουγε κάτι που του έδινε ελπίδα και σκοτείνιαζε όταν οι γραφικοί της επανάστασης ασελγούσαν πάνω στην ελευθερία του λόγου και την ανεκτικότητα της διαφορετικής άποψης. Είναι κι αυτός που βαρέθηκε νωρίς, αλλά τον τρώει μέσα του, θέλει να ξανάρθει, όμως ψάχνει την αφορμή και την αιτία, όχι σε αυτά που θέλει αλλά σε αυτά που ξέρει, εκεί που δεν υπάρχει παρά μόνο το σκοτάδι του ατομικισμού και η πλάνη του «εγώ».

Η πλατεία είμαστε εμείς. Η στιγμή που βρεθήκαμε, η στιγμή που κοιταχτήκαμε, η στιγμή που μιλήσαμε, που διαφωνήσαμε, που αποφασίσαμε. Η πλατεία είναι στιγμές. Ατελείωτες στιγμές τριβής για να έρθει η μια στιγμή της λάμψης. Πολλές σπίθες που θα φέρουν πυρκαγιά. Πυρκαγιά στη νωθρότητα του μυαλού μας, του για χρόνια κοιμισμένου, του θηρίου που ξυπνά και ξεμουδιάζει, συνειδητοποιεί τη δύναμή του κι επιτίθεται. Αλλά πρέπει πρώτα να μάθει να ελέγχει αυτή τη δύναμη, για να μην στραφεί τελικά εναντίον του.

Η κάθε συνειδητότητα είναι συνάρτηση παραγόντων όπως εμπειρία, θεωρητικές γνώσεις, βαθμός απόγνωσης, έμφυτη ικανότητα ανάλυσης. Η κάθε ατομική συνειδητότητα έχει την απόλυτα δική της συνάρτηση, τον τρόπο δηλαδή επεξεργασίας και αφομοίωσης των δεδομένων που προκύπτουν από αυτούς τους παράγοντες, κι επομένως συνειδητοποιεί με διαφορετικό ρυθμό, προσεγγίζοντας το κοινό όριο της ολοκληρωμένης συλλογικότητας που θα συνθέσει το κοινό όραμα και τα κοινά αποδεκτά μέσα για την πραγμάτωσή του.

Όμως τελικά τίποτα από όλα αυτά δεν είναι η πλατεία. Πλατεία δεν είναι αυτά που γίνανε αλλά αυτά που θα γίνουν. Δεν είναι αυτοί που ήρθαν αλλά αυτοί που θα έρθουν. Είναι «οι πιο όμορφες θάλασσες – που δεν έχουμε ακόμη ταξιδέψει». Είναι «τα πιο όμορφα παιδιά – που δε μεγάλωσαν ακόμα», κάποια από αυτά γεννήθηκαν, κάποια ούτε καν που γεννήθηκαν, αλλά εδώ -στην πλατεία- θα συναντηθούν και θα ερωτευθούν οι άντρες κι οι γυναίκες που θα τα γεννήσουν. Πλατεία είναι «αυτό που έχω να σου πω – το πιο όμορφο απ’ όλα» αλλά «δε στο χω πει ακόμα». Η πλατεία δεν είναι ό,τι κάναμε αλλά ό,τι θα κάνουμε. Είναι ο φόβος που νικήθηκε. Είναι η εμπιστοσύνη που ανακτήθηκε. Είναι αυτό που περιμένουμε να ‘ρθει.

Η πλατεία μας ξάφνιασε όλους! Που ήταν τόσα χρόνια τόσος κόσμος? Γιατί φοβόμουν πως είμαι μόνος? Πως έγινε άνθρωποι άμαθοι στο «εμείς» και κάναμε την οργή μας δημιουργία? Πως έγινε και χωρίς οργανώσεις, σημαίες, στεγανές ιδέες, βεβαιότητες, να τα βάλουμε με τους μηχανισμούς ενός αδίστακτου και παντοδύναμου κατεστημένου με πλοκάμια παντού στη δημόσια ζωή? Γροθιά στο μαχαίρι ρίξαμε – και κοίτα να δεις που το μαχαίρι στράβωσε, παραλίγο να σπάσει. Αν ήταν λίγο πιο δυνατή αυτή η γροθιά!

Η πλατεία μας ξάφνιασε όλους! Αλλά πιο πολύ ξάφνιασε αυτούς που μας περιφρονούσαν. Αυτούς που ήταν σίγουροι ότι μας είχαν του χεριού τους. Στην αρχή γελάσανε. Τους φάνηκε συμπαθητικό και χαριτωμένο, ένα χάπενινγκ εκτόνωσης για όλη την οικογένεια. Μετρούσαν πόσες φορές ακούστηκε ο εθνικός ύμνος, πόσες ελληνικές σημαίες υπήρχαν, έδιναν εύσημα για την ειρηνηκότητα των εκδηλώσεων. Μετά άρχισε ο σκεπτικισμός. Δεν τους άρεσε που άρχισαν να γίνονται συνελεύσεις, που ο κόσμος μιλούσε, ΣΥΝομιλούσε, αποφάσιζε. Κι ύστερα, όταν πια φάνηκε πως δεν ήταν αστείο, όταν οι μέρες περνούσαν κι η αποφασιστικότητα μεγάλωνε, τότε ο φόβος άλλαξε στρατόπεδο και δείξαν το πραγματικό, αποκρουστικό πρόσωπό τους.

Όμως τελικά, τίποτα δεν είναι η πλατεία! Η πλατεία ήταν η αφορμή! Ήταν η αφετηρία κι όχι ο προορισμός. Ήταν το σχήμα κι όχι το νόημα, η μορφή κι όχι το περιεχόμενο. Τίποτα δεν είναι η πλατεία, τίποτα. Η πλατεία σ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι. Χωρίς αυτήν δεν θα βγαινες στο δρόμο. Αλλά δεν έχει να σε δώσει πια! Όχι, η πλατεία δε σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες οι «πλατείες» τι σημαίνουν!

1. Οι Έλληνες είναι κλέφτες. Μάλιστα είναι περήφανοι γι αυτό: μερικοί από τους μεγαλύτερους ήρωες της ελληνικής ιστορίας ήταν «κλέφτες και αμαρτωλοί» – έλεγξέ το αν δεν πιστεύεις.

2. Οι Έλληνες δεν είναι καλοί εραστές. Θέλουν να πηδήξουν όσο περισσότερες τουρίστριες γίνεται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού – γιατί μετά δεν θα έχουν ευκαιρία να ξανακάνουν σεξ μέχρι το επόμενο καλοκαίρι- κι έτσι γίνονται βιαστικοί. Το ρεκόρ «ελληνικού πηδήματος’ (το κατέχει από το 2006 ένας ροδίτης) είναι οχτώ αγγλίδες στο ημίχρονο αγώνα του μουντομπάσκετ!

3. Οι Ελληνίδες είναι κοντοκώλλες, βγάζουν γλώσσα, είναι φλύαρες και σπάταλες. Για να σου κάτσουν πρέπει να δουν τη φορολογική σου δήλωση και να τις πείσεις ότι σου αρέσει η μαγειρική τους – συνήθως μαγειρεύουν μόνο μπάμιες, υπάρχει και σχετική διαφήμιση.

4. Οι ελληνικές θάλασσες βρίθουν καρχαριών. Όχι αληθινών βέβαια, αλλά πιο επικίνδυνων ακόμα: λιγούρηδες που έχουν να κάνουν σεξ από το περασμένο καλοκαίρι, περιμένουν πότε θα αφήσεις έστω για δυο λεπτά μόνη της τη γυναίκα σου. Δυο λεπτά τους φτάνουν, τα παμε και παραπάνω αυτά.

5. Οι Έλληνες δεν είναι φιλόξενοι. Θεωρούν τους δυτικούς «κουτόφραγκους», τους Αμερικάνους «φονιάδες των λαών», τους Εβραίους Εβραίους, τους Ιταλούς μαφιόζους, τους Ρώσους το ίδιο, τους Γάλλους και τους Άγγλους αδελφές. Οι μόνοι ξένοι που συμπαθούν οι Έλληνες είναι η Τζένιφερ Άνιστον (έχει ελληνική καταγωγή), ο Μάικλ Δουκάκης (το ίδιο), ο Τομ Χανκς (έχει βαφτιστεί ορθόδοξος) και ο Βλαντιμίρ Πούτιν γιατί όταν θα ρθει το πλήρωμα του χρόνου, θα νικήσει τους Τούρκους στην κόκκινη μηλιά!

6. Οι Έλληνες είναι ψυχοπαθείς: απόδειξη η τρομερή αντίφαση στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις – ενώ είναι θρησκόληπτοι, δεν έχουν το Θεό τους!

7. Είναι αδύνατο να περάσεις από την Ελλάδα χωρίς να σου πάρουν δανεικά κι αγύριστα. Πως νομίζεις δημιουργήθηκε τόσο μεγάλο χρέος?

8. Οι Έλληνες είναι βρωμιάρηδες: παίρνουν τα σκουπίδια από το σπίτι τους και τα πετάνε στους δρόμους, τις πλατείες, τα βουνά και τις παραλίες – ειδικά στις παραλίες. Μια βόλτα στην Αθήνα θα σε πείσει γι αυτό.

9. Οι Έλληνες είναι βίαιοι. Αρκεί να συζητήσεις με έναν μόνο και θα σου πει ότι τον τελευταίο μήνα έχει δείρει καμιά κατοσταριά και σκοπεύει να δείρει άλοους τόσους τον επόμενο. Επίσης είναι αγενείς: όταν σου λένε «αη γαμήσου» δεν σε ευλογάνε κι όταν σου κουνάνε το χέρι με τα δάχτυλα ανοιχτά, δεν σε χαιρετάνε!

10. Οι Έλληνες είναι χασομέρηδες και τεμπέληδες: δε χρειάζεται άλλη απόδειξη γι αυτό, από το ότι κάθεσαι τόση ώρα και διαβάζεις τέτοιες μαλακίες!

Η πληροφορία που θα σας αποκαλύψω σήμερα είναι άκρως απόρρητη και κανονικά θα έπρεπε να διαφυλάξω ως κόρην οφθαλμού αυτό το τρομερό μυστικό που η τύχη και μόνον η τύχη μου επέτρεψε να γνωρίζω. Όμως, τα σημερινά επεισόδια που αμαύρωσαν την άσπιλον εικόνα της χώρας μας εις το εξωτερικόν (δια το εσωτερικόν χεστήκαμε – μετά συγχωρήσεως) και τα οποία χρησιμοποιούνται από εχθρούς του έθνους -τους γνωστούς ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑΙΟΥΣ και τους καινοφανείς «ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΥΣ»- ως επιχείρημα κατά της αψόγου δημοκρατίας μας, με έσπρωξαν στην απόφαση να μιλήσω. Λοιπόν, όσο κι αν βαυκαλίζονται οι γνωστοί αριστερούληδες κι οι φίλοι τους οι δήθεν αγανακτισμένοι, η εκκένωση της πλατείας Συντάγματος με τον πρωτοφανή για τα δεδομένα του δημοκρατικού μας πολιτεύματος βίαιο τρόπο (κι εδώ να τονίσουμε για ακόμη μία φορά ότι καταδικάζουμε απερίφραστα τη βία από όπου κι αν προέρχεται) ουδεμίαν σχέσην είχε με την πολιτική, το σωτήριο «μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα» που ψηφίζαν οι σωτήρες του έθνους εντός του ναού της δημοκρατίας, και κυρίως ουδεμίαν σχέσην είχε με τους λεγόμενους «αγανακτισμένους» της πλατείας. Σίγουρα δυσπιστείτε προς την αποδοχήν αυτής της δήλωσης, αλλά ευθύς ως σας εξηγήσω τι ακριβώς έγινε -χωρίς βεβαίως να σας αποκαλύψω τις πηγές μου- θα χάσκετε με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξην!

Λοιπόν, δώστε προσοχή. Ένας εκ των καλυτεροτέρων φίλων μου τυγχάνει οπερατέρ σε γνωστό τηλεοπτικό κανάλι, εργάζεται δε στο συνεργείο εξωτερικών γυρισμάτων του δελτίου ειδήσεων. Όταν είχε πρωτοπιάσει δουλειά εκεί, μου διηγήθηκε τα εξής: κάθε φορά που καλύπταν γεγονότα στην πλατεία Συντάγματος ή τη Βουλή, που μπορεί να χρειαζόταν ώρες ολόκληρες να βρίσκονται σε ετοιμότητα και αναμονή, μπαίναν να ξεκουραστούν και να προφυλαχθούν από τας καιρικάς συνθήκας εις το εντευκτήριον του πασίγνωστου όσο και ιστορικού ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία». Πάντα όμως έπρεπε να μένουν δυο άτομα εκτός -τα οποία καθορίζονταν με κλήρωση- δια να φυλάττουν τις πανάκριβες κάμερες. Όταν ο φίλτατος φίλος μου εζήτησε να μάθει δια ποίον λόγο δεν παίρνουν τας κάμερας μαζί τους εντός του εντευκτηρίου, η απάντησις των παλαιοτέρων συναδέλφων του ήττο ότι αυτό απαγορεύεται αυστηρώς εκ της διευθύνσεως του ξενοδοχείου! Και όταν θέλησε να μάθει διατί μια τέτοια απαγόρευση, η απάντησις ήττο πραγματικά πέραν πάσης φαντασίας! Διατί -λέγει- εις το ξενοδοχείο καθημερινώς προσέρχονται -εις τας ανάπαυλάς τους από τας σχετικάς εργασίας της βουλής- πολλοί βουλευτές με τας ερωμένας τους. Με εταίρες πολυτελείας δηλαδή που τις πληρώνουν από τον παχυλόν μισθόν τους που προέρχεται από το υστέρημα του ελληνικού λαού! Είναι αυτονόητο διατί δεν επιθυμούν τις κάμερες!

Διά το διήμερον 28 και 29 Ιουνίου -όποτε και θα ψηφιζότανε στη βουλή το μεσοπρόθεσμο- επιφανές στέλεχος της κυβέρνησης (θα μου επιτρέψετε να μην σας αποκαλύψω το όνομά του) είχε κλείσει δίκλινη σουίτα δια τον ίδιον και τη συνοδό του, το γνωστό μοντέλο-πόρνη «Νατάσα – 22χρονη καλλονή από τη Μολδαβία». Προσήλθε εις το παράνομο και ανήθικο ραντεβού του με τη «Νατάσα – 22 καλλονή από τη Μολδαβία» λίγο μετά την έναρξη της συνεδρίασης. Κατάπιε μερικά βιάγκρα αλλά δεν επήλθεν το επιθυμόμενον αποτέλεσμα ανόδου του ηθικού! Ίσως λόγω της εξαιρετικά κακής φυσικής του κατάστασης – ποιος ξέρει. Μετά από πολλές απέλπιδες προσπάθειες της «22χρονης καλλονής από τη Μολδαβία» που δεν είχαν κανέναν αποτέλεσμα άρχιζε να κουράζεται και αυτός και η «Νατάσα, 22χρονη καλλονή από τη Μολδαβία». Το χειρότερο ήττο ότι η «Νατάσα, 22χρονη καλλονή από τη Μολδαβία» άρχισε να κοιτά επιτιμητικά και με συγκατάβαση το μικρό και αδρανές σύμβολο του ανδρισμού του. «Κρίμα» του είπε στο τέλος «και γω που νόμιζα ότι δεν υπάρχει καλύτερο αφροδισιακό από την εξουσία… τρίχες τελικά»!  Και τότε του ήρθε η μεγαλοφυής ιδέα!

Πήρε ευθύς τηλέφωνο τον ίδιο τον Πρωθυπουργό -που έκπληκτος και ανυποψίαστος άκουσε το αίτημά του! «Γιωργάκη» του είπε «θέλω να ξαμολύσεις τώρα τα ΜΑΤ στην πλατεία! Να γίνει γης μαδιάμ! Να σπάσουν στο ξύλο όποιον βρουν μπροστά τους! Και να ρίξουν χημικά, πολλά χημικά! Εγώ κερνάω! Μη ρωτάς γιατί, απλά κάντο. Αν δε θες στην ψήφιση του μεσοπρόθεσμου να είμαι η μεγάλη έκπληξη – απλά κάνε ότι σου λέω! Και δεν θα σταματήσουν αν δεν πω εγώ να σταματήσουν!»

Έτσι κι έγινε. Η οσμή των απαγορευμένων από διεθνείς συμβάσεις χημικών -αναμφίβολος απόδειξη της εξουσίας του- σε συνδυασμό με τη δράση του μπλε χαπιού και την ασύγκριτη τεχνική της «Νατάσσα, 22χρονη καλλονή από τη Μολδαβία», έφεραν κάτι περισσότερο από το επιθυμητό αποτέλεσμα! Ο αντιπρόεδρος -ουπς! αυτό μου ξέφυγε!- δεν μπορούσε να σταματήσει! Η «Νατάσσα, 22χρονη καλλονή από τη Μολδαβία» τρισευτυχισμένη του φώναζε «είμαι ο λαός σου – τι μου κάνεις προεδράρα μου!» κι αυτός ακάματος και ακάθεκτος συνέχιζε! Όταν τα ΜΑΤ σταματούσαν έστω και για λίγο, ξανάπαιρνε αμέσως τηλέφωνο τον πρωθυπουργό: «Γιώργο, δεν είπα εγώ να σταματήσουν! Πες σε αυτόν τον άχρηστο τον Παπουτσή να κάνει σωστά τη δουλειά του μην τον στείλω μούτσο σε κανένα καράβι των «Μινωϊκών Γραμμών»! Και ξαναρχίζανε τα ΜΑΤ, μέχρι αργά το βράδυ που ο αντιπρόεδρος κλαταρε επιτέλους κι έτσι έδωσε λήξη. Μέχρι αύριο τουλάχιστον.

Αυτή είναι όλη η αλήθεια. Τα περί καταστολής του κινήματος είναι παραμύθια. Άλλωστε, ποιου κινήματος? Μήπως δεν αποφάνθει το ΚΚΕ -δια μέσου της πεφωτισμένης γραμματέως του Αλεξάνδρας Παπαρήγα- ότι δεν υφίσταται κίνημα?

Λοιπόν φίλοι μου, δια να μην εκθέτωμεν τη χώραν εις το εξωτερικόν μεσούσης της τουριστικής περιόδου, αφήστε τα μίση και πιάστε το γαμήσι. Κανείς δε βγήκε ποτέ ζημιωμένος από αυτό, εκτός του κερατά βεβαίως – βεβαίως!

Αθήνα 27/6/2011

ΑΠΟ: Μυρσίνη Λοΐζου ΠΡΟΣ: Τον Πρωθυπουργό, και την Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ: Το σύνολο των ΜΜΕ

Ανοιχτή Επιστολή στον Πρωθυπουργό, και την Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ

Κυρίες και Κύριοι της Κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ. Γνωρίζω εκ των προτέρων, ότι αυτή η κίνησή μου είναι συμβολική, εν τούτοις η συνείδησή μου, και η αξιοπρέπειά μου ως ενεργού πολίτη μου επιβάλλει να σας γνωστοποιήσω τα εξής: Ο πατέρας μου Μάνος Λοΐζος αγωνίστηκε με τον δικό του τρόπο, για αξίες όπως η Ελευθερία, η Δημοκρατία, και η Κοινωνική Δικαιοσύνη. Προσπάθησε να υπηρετήσει μέσω της τέχνης του, τα οράματα και τις αξίες ενός καταπιεζόμενου Λαού, ο οποίος με πολύ κόπο, αίμα και δάκρυα αγωνίστηκε για την Δημοκρατία, την οποία τόσο βάναυσα του την στερούσαν. Αφού αυτός ο Λαός κατοχύρωσε με πολλούς αγώνες τα στοιχειώδη Δημοκρατικά δικαιώματα τα οποία στην Ευρώπη είχαν κατακτηθεί χρόνια πριν, έρχεστε σήμερα και όπου Δικαιώματα βάζετε ευκαιρίες. Τα Δικαιώματα στην εργασία, την υγεία, την Παιδεία, την ποιότητα ζωής, τον πολιτισμό, τα έχετε κάνει ένα απέραντο fast track έξυπνων επενδύσεων, ξεπουλώντας όχι μόνο τον Δημόσιο πλούτο αυτή της χώρας, αλλά και την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

Τόσα χρόνια σας ακούω να χρησιμοποιείτε το «Καλημέρα Ήλιε» στις Κομματικές σας συγκεντρώσεις. Παλιότερα, απλά με ενοχλούσε αισθητικά καθώς και με πλήγωνε, εξαιτίας αφενός της υποκρισίας σας, -διότι οι δικές σας αξίες επέβαλαν και έναν βαθιά εξουσιαστικό τρόπο ζωής, και δημιούργησαν σκλάβους αντί για ελεύθερους ανθρώπους, και ενεργούς πολίτες- και αφετέρου διότι οι δικές σας αξίες δεν έχουν καμία μα καμία σχέση με αυτό που προσπαθεί να πει το συγκεκριμένο τραγούδι. Τώρα όμως πλέον εξοργίζομαι, γιατί δείχνει ότι δεν έχετε καταλάβει τίποτα από τους αγώνες του Λαού και των εργαζομένων, πράγματα τα οποία ενέπνευσαν τον πατέρα μου, και του έδωσαν και μια αντίστοιχη στάση ζωής στην καθημερινότητά του ως πολίτη, και στις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του. Το τραγούδι αυτό καλημερίζει τον Ήλιο, την ελπίδα, την αλληλεγγύη, και την προσμονή ενός ολόκληρου Λαού, για Δημοκρατία και Ελευθερία. Εσείς όμως, είστε υπεύθυνοι για την πιο βαθιά, πνευματική, αξιακή, ηθική, και πολιτισμική καταχνιά που θα μπορούσε να έχει ποτέ αυτός ο τόπος. Ως εκ τούτου, σας απαγορεύω ρητά και κατηγορηματικά, να χρησιμοποιείτε έργο ή μέρος του έργου του Μάνου Λοΐζου, σε οποιαδήποτε κομματική σας εκδήλωση ή δραστηριότητα.

Βέβαια ίσως να απαντήσετε ότι το έργο του Μάνου Λοΐζου ανήκει στον Λαό. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο όμως και η συγκεκριμένη πράξη εκ μέρους μου. Επειδή όπως αποδείχτηκε δεν είστε, και ούτε ήσασταν ποτέ μέρος αυτού του Λαού, και δεν έχετε πλέον κανένα δικαίωμα και καμία νομιμοποίηση να συνεχίζετε να τον εξαπατάτε. Ο Ήλιος άλλωστε, είναι δικός μας, και όχι δικός σας. Δεν μπορεί κανείς να μας τον πάρει. Και δεν θα μας τον πάρει.

Μυρσίνη Λοΐζου

«Σε δηλώσεις του στην ισπανική εφημερίδα El Mundo, ο Θόδωρος Πάγκαλος προέβλεψε -ξεπερνώντας και τον ίδιο του τον εαυτό- ότι αν δεν ψηφιστεί το μεσοπρόθεσμο “την επόμενη μέρα οι τράπεζες θα περικυκλώνονταν από τρομοκρατημένους ανθρώπους που θα προσπαθούσαν να αποσύρουν τα χρήματά τους, ενώ ο στρατός θα έβγαζε στους δρόμους τανκ για να τις προστατέψει, καθώς δεν θα υπήρχε αρκετή αστυνομία. Θα υπήρχαν παντού αναταραχές, τα μαγαζιά θα άδειαζαν, κάποιοι άνθρωποι θα πηδούσαν από τα παράθυρα… Και όλο αυτό θα ήταν καταστροφικό για την Ευρωζώνη συνολικά». » Από την Ελευθεροτυπία.

Η «είδηση» εδώ -που δεν είναι καθόλου είδηση- δεν είναι ο γκεμπελισμός του προπαγανδιστικού τανκ της κυβέρνησης, που κανένας νοήμων  άνθρωπος δεν τον παίρνει πια στα σοβαρά. Όμως άθελά του είπε κάποιες μεγάλες αλήθειες:

α. Οι τράπεζες δεν έχουν ούτε τα στοιχειώδη αποθεματικά, έτσι ώστε σε μια κρίση πιστωτικού πανικού θα χρειαστούν την προστασία της αστυνομίας και του στρατού. Γιατί απλά δεν θα έχουν να δώσουν τα χρήματα που οφείλουν. Τι σημαίνει αυτό?

Όταν καταθέτω τα χρήματά μου σε μια τράπεζα -με ένα ελάχιστο επιτόκιο, συνήθως κάτω από τον πληθωρισμό- υπάρχει μια «συμφωνία»: κύριε τραπεζίτη μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις όπως θέλεις, αλλά οποιαδήποτε στιγμή τα ζητήσω πρέπει να είσαι σε θέση να μου τα δώσεις. Η τήρηση αυτής της συμφωνίας είναι βασική υποχρέωση της τράπεζας, διαφορετικά δεν υπάρχει «πίστη». Αν η τράπεζα έλεγε ας πούμε «δεν θα σου επιστρέψω τα χρήματά σου αν ταυτόχρονα με σένα τα ζητήσουν και όλοι οι άλλοι» μάλλον κανένας δεν θα δεχόταν αυτή τη συμφωνία, κανένας δεν θα έβαζε τα χρήματά του στην τράπεζα.

Φυσικά οι τράπεζες για να έχουν κέρδη, είναι αναγκασμένες να δίνουν δάνεια ή να επενδύουν τα χρήματα των αποταμιευτών τους. Όμως, αυτό δεν τις απαλλάσσει από την υποχρέωση να μου δώσουν τα χρήματά μου όταν τα ζητήσω. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, οι τράπεζες έχουν ένα δικαίωμα, μια τεράστια εξουσία που δεν την έχει ούτε το ελληνικό κράτος (από τότε που μπήκαμε στο ευρώ): να δημιουργούν χρήμα! Πως γίνεται αυτό? Μα δημιουργώντας πιστώσεις. Μεταφέροντας τεράστια ποσά που είναι απλά λογιστικές εγγραφές σε βιβλία εταιρειών, άλλες τράπεζες και φυσικά στο ηλεκτρονικό σύστημα, δημιουργούν χρήμα τουλάχιστον δεκαπλάσιο από αυτό που έχουν στα χέρια τους σε φυσική μορφή και που προέρχεται από καταθέτες. Για παράδειγμα, αγοράζω προϊόντα 1000 ευρώ με την πιστωτική μου κάρτα. Αυτόματα μεταφέρονται 1000 ευρώ από την τράπεζα στο λογαριασμό του μαγαζιού που έγινε η συναλλαγή. Η μεταφορά αυτή έχει γίνει λογιστικά, ούτε ένα πραγματικό ευρώ δεν μεταφέρθηκε στ’ αλήθεια. Άρα η τράπεζα δημιούργησε 1000 ευρώ από το μηδέν! Αυτα τα 1000 ευρώ, θα τα ξοφλήσω σε 24 δόσεις, πιθανά καταθέτοντας μετρητά στο λογαριασμό της πιστωτικής κάρτας μου. Έδωσε αέρα κοπανιστό και πήρε μετρητά! Έτσι δουλεύουν οι τράπεζες. Τότε, για ποιο λόγο δεν έχουν τα απαραίτητα χρήματα διαθέσιμα στην περίπτωση που ζητηθούν από όλους μαζί? Γιατί ο Γκέμπελς του ΠΑΣΟΚ προεξοφλεί ότι δεν θα έχουν να πληρώσουν και μάλιστα σε βαθμό που θα χρειαστούν την προστασία του στρατού από τους εξαγριωμένους πολίτες? Τι τα κάνουν τα χρήματά μας?

Οι υποθέσεις δικές σας.

β. Στην περίπτωση κατάρρευσης του τραπεζικτού συστήματος, η κυβέρνηση δεν θα προστατεύσει τους εξαπατημένους από τις τράπεζες πολίτες (αυτούς που θα έχουν χάσει τα λεφτά τους) αλλά τους απατεώνες τραπεζίτες (αυτούς που θα έχουν φάει τα λεφτά μας) και μάλιστα θα βγάλει στους δρόμους μέχρι και τανκς για την προστασία τους! Χωρίς κανένα σχόλιο. Συ είπας!

Εμείς, το μόνο που μένει να κάνουμε, είναι να τους ανατρέψουμε. Αυτούς, τις τράπεζές τους, την με ή χωρίς τανκς δικτατορία τους. Όλοι στο Σύνταγμα.

Γιατί, για όποιον δεν το θυμάται «η τήρηση του παρόντος συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων».

Ο στρατός του Πολιορκητή -που έμελλε να γίνει Πορθητής και το ξέραν όλοι- δεν ήταν δα και τόσο μεγάλος. Ήταν βέβαια πάνοπλος, με ελέφαντες και ξύλινους πύργους και πολιορκητικούς κριούς, ως κι ένα μεγάλο κανόνι είχαν, αλλά ούτε σε αριθμό ήταν μεγαλύτερος, ούτε σε γενναιότητα, ούτε την τέχνη του πολέμου κατείχε καλύτερα από τους πολιορκημένους. Αυτοί, ήταν δεκαπλάσιοι σε αριθμό -αν πολεμούσαν όλοι οι κάτοικοι της πόλης- πιο έμπειροι στον πόλεμο  κι ενώ δεν είχαν τον οπλισμό του αντιπάλου τους, είχαν τα τείχη να τους προστατεύουν και το πλεονέκτημα του πολιορκημένου, αυτού που αν νικηθεί θα χάσει τα πάντα. Κι όχι μόνο αυτός, αλλά και πολλές γενιές των απογόνων του. Αν αποφάσιζαν να υπερασπιστούν έστω τα αυτονόητα, κανένα κανόνι δεν θα μπορούσε, όχι να τους καταβάλλει αλλά ούτε καν να τους βλάψει. Πως έγινε λοιπόν και χάθηκε η πόλη?

Ο ελεεινός αυτοκράτωρ, πάμπτωχος και χωρίς πορφύρα, ήταν στ’ αλήθεια γενναιότερος και πιο σοφός από όλους τους προκατόχους τους αλλά κι από όλους τους άρχοντες της πόλης. Καβάλα στ ‘ άλογό του, περιδιάβαινε τα τείχη από άκρη σ’ άκρη, εμψυχώνοντας τους στρατιώτες του, βάζοντας σε τάξη τους απείθαρχους και αδιάφορους αξιωματικούς και χτίζοντας με τα χέρια του σαν απλός εργάτης, όπου το τείχος χρειαζότανε επισκευή. Ήξερε όμως ότι η βασιλεία του, είναι απογυμνωμένη από κάθε εξουσία: δεν τον έστεψαν για να νικήσει τους εχθρούς της αυτοκρατορίας αλλά για να του φορτώσουν την ήττα. Μια ήττα που καταβάθος την ήθελαν όλοι. Γιατί τους είχε κουράσει η αγωνία της παρακμής και πίστευαν ότι ο νέος τους αφέντης -ικανοποιημένος που θα γινόταν κύριος της ένδοξης πόλης- θα τους σεβόταν και θα μοίραζε νέα προνόμια στους άρχοντες, ψωμί και θεάματα στον άβουλο λαό.

Αν οι αξιωματικοί -οι άρχοντες της πόλης δηλαδή- ήταν απείθαρχοι και απρόθυμοι να κρατήσουν την άμυνα, ο λαός ακόμα χειρότερα δεν δεχόταν καν να πολεμήσει. Γιατί, ούτε εμπιστευόταν τους αξιωματικούς του Αυτοκράτορα -αυτοί δεν ήταν που τον καταδυνάστευαν τόσους αιώνες?- ούτε και που τον ένοιαζε ποιος θα ήταν ο κύριος του κάστρου. Όποιος κι αν ήταν ο αφέντης τους, αυτοί θα ήταν σκλάβοι, το ξέραν καλά, ή θα έπρεπε να δουλεύουν στα χωράφια και τα εργαστήρια από το πρωί ως το βράδυ για ένα κομμάτι ψωμί ή να ζητιανεύουν στους δρόμους, εισπράττοντας το χλευασμό και την περιφρόνηση των ευγενών. Γιατί να πολεμήσουν κιόλας? Ήταν που ήταν μαύρη η ζωή τους, γιατί να κινδυνέψουν να τη χάσουν για χάρη των εκμεταλλευτών τους? Άσε που είχαν την ελπίδα ότι αν ο πολιορκητής νικούσε, θα τιμωρούσε τους αρχόντους που του αντισταθήκαν κι έτσι θα παίρναν κι αυτοί την εκδίκησή τους. Δεν είχαν να χάσουν ή να κερδίσουν τίποτα άρα δεν είχαν και λόγο να πολεμήσουν.

Ο ελεεινός Αυτοκράτωρ το καταλάβαινε, πως αν δεν παίρνανε τα άρματα αυτοί -οι «πληβείοι», ο «όχλος», το «άγενο πλήθος»- , αν δεν πολεμούσαν στο πλάι του στην πρώτη γραμμή -στο πλάι του, όχι στις διαταγές του- η πόλη δεν είχε καμιά ελπίδα να σωθεί. Τα τείχη δεν αρκούσαν πια, γιατί είχαν ήδη βρεθεί αυτοί που θα ανοίγαν τις πύλες από μέσα. Την προηγούμενη μέρα ο πολιορκητής που έμελλε να γίνει πορθητής, είχε στείλει μαντατοφόρους στον Αυτοκράτορα και τους ευγενείς κι έλεγε πως αν του παραδίνανε την πόλη, δεν θα πείραζε ούτε αυτούς ούτε τις περιουσίες τους κι από πάνω θα τους έδινε προνόμια και τιμές. Όποιος ήθελε, είχε το ελεύθερο να πάρει τα υπάρχοντά του και να φύγει, αλλά όποιος έμενε θα απολάμβανε την εύνοιά του. Οι βολεμένοι άρχοντες πανηγυρίσαν μόλις άκουσαν τα νέα και με μια φωνή είπαν «ζήτω ο νέος μας βασιλιάς!», αλλά ο ελεεινός αυτοκράτωρ έσκισε τον πάπυρο με την αισχρή πρόταση κι έδιωξε τους αγγελιοφόρους. Θα τον είχαν κομματιάσει εκεί επί τόπου οι «πιστοί» αξιωματικοί του, αν δεν τον υπερασπιζόταν ένας χιώτης πρωτοκαπετάνιος, φίλος του εγκάρδιος και γενναίος πολεμιστής. Έτσι, δεν είχε πια αυταπάτες: στην επόμενη κιόλας επίθεση, οι εχθροί θα βρίσκαν τις πύλες ανοιχτές.

Για όλα όσα έγιναν εκείνη την ημέρα, η επίσημη ιστορία λέει ψέμματα, αφού είναι γνωστό ότι την ιστορία τη γράφουν πάντα οι νικητές. Κάλεσε λέει σε σύναξη τους αξιωματικούς, τους ανώτερους κληρικούς και τους άλλους προύχοντες, στον μεγάλο αυτοκρατορικό ναό, και τους μίλησε με λόγια συγκινητικά για την πατρίδα και το χρέος όλων τους σε αυτή. Ψέμματα! Γιατί να το κάνει αυτό αφού ήξερε καλά πως είχαν ήδη αποφασίσει να παραδώσουν την πόλη? Η αλήθεια είναι πως αυτή η σύναξη έγινε, αλλά ο αυτοκράτορας δεν εμφανίστηκε καν στην εκκλησιά. Όταν οι ιερείς φτάσανε εκεί -πρώτοι απ’ όλους- το μόνο που βρήκαν ήταν το στέμμα του αυτοκράτορα αφημένο στην Αγία Τράπεζα, σημάδι αναμφίβολο ότι απεκδύθηκε της βασιλείας του παραδίδοντας την πόλη του στα χέρια του Θεού. Χαρήκαν τότε οι ευγενείς, γιατί η πόλη θα γλύτωνε τη μάχη και τη λεηλασία, πιστέψανε πως ο ελεεινός αυτοκράτωρ το είχε σκάσει!

Αυτός όμως, χωρίς στέμμα και πορφύρα, κρατώντας μόνο το σπαθί το άλογο και την πανοπλία του, γυρνούσε στα καπηλειά και στις πιο ταπεινές εκκλησιές και πάσχιζε να ξεσηκώσει το λαό. «Δίνω το στέμμα μου σε σας!» τους έλεγε «Τώρα εσείς θα είστε βασιλείς, οι ταπεινοί, οι τελευταίοι που θα γίνετε πρώτοι, εσείς θα αποφασίζετε για τη ζωή σας και θα μοιράζεστε σε ίσα κομμάτια τη σοδειά, γιατί δική σας θα ναι η γη, δική σας θα ‘ναι η πόλη! Αλλά πρώτα πρέπει να νικήσουμε τους εχθρούς μας και να διώξουμε τους αρχόντους, που τόσα χρόνια σας λήστευαν, σας ταπεινώνανε και τώρα ετοιμάζονται να παραδώσουν την πόλη σας στον πολιορκητή! Όλοι μαζί μπορούμε αδέλφια! Όλοι μαζί!»

Στην αρχή ενθουσιάστηκαν. Φώναζαν «ζήτω ο βασιλιάς! ζήτω ο λαός! ζήτω εμείς!» και «θάνατος στους άρχοντες! θάνατος στους προδότες!» και πανηγύριζαν έξαλλοι αυτό το ανέλπιστο δώρο. Ύστερα όμως, οι πιο λογικοί από αυτούς, άρχισαν να σκέπτονται «και τι δουλειά έχουμε εμείς, ταπεινοί άνθρωποι, να τα βάλουμε με το στρατό του πολιορκητή?» ή «κι αν δεν έχουμε αφέντες, ποιος θα μας ελεεί όταν δεν πάει καλά η σοδειά?» κι ακόμα «αν είμαστε όλοι βασιλιάδες, τότε ποιος θα είναι υπήκοος? Τι σόι βασιλεία είναι αυτή χωρίς υπηκόους?» και γυρίζαν όλοι στο μεθύσι τους ή στις δουλειές τους, λέγοντας στον αυτοκράτορα «αν έρθω να πολεμήσω αφέντη μου, ποιος θα φέρει ψωμί στα παιδιά μου?» Μόνο κάτι λίγοι, τρελοί ή ρομαντικοί, ζωστήκαν τ’ άρματα κι ακολουθήσαν το βασιλιά τους -έκπτωτο πια- στη βέβαιη πορεία προς το θάνατο.

Κι έτσι, «η πόλις εάλω». Τρεις μέρες και τρεις νύχτες λεηλατούσαν, έκαιγαν κι έσφαζαν οι στρατιώτες του πορθητή. Έπειτα, κάλεσε τους ευγενείς της πόλης και τους έδωσε νέες τιμές και προνόμια κι όλοι μαζί συνεχίσαν να καταδυναστεύουν τον άβουλο λαό, κρατώντας τον σε τάξη άλλοτε με τη βία, άλλοτε με άρτους και θεάματα. Κι ο άβουλος λαός, έφτιαξε το θρύλο του «μαρμαρωμένου βασιλιά», που θα’ ρθει κάποτε να κυνηγήσει τους άνομους και να λευτερώσει το λαό. Ξεχάσανε όμως ότι ο βασιλιάς είχε αρνηθεί το στέμμα του, ότι είχε παραδώσει τη βασιλεία του σ’ αυτούς. Ότι -με δυο λόγια- ο λαός είναι ο «μαρμαρωμένος βασιλιάς». Γι αυτό δε λεφτερώθηκαν ποτέ.